
Αδόλφος Χίτλερ Από τη Βικιπαίδεια, την ελεύθερη εγκυκλοπαίδεια Μετάβαση σε:
πλοήγηση,
αναζήτηση Για άλλους Χίτλερ δείτε Χίτλερ (αποσαφήνιση) Ο Αδόλφος Χίτλερ (γερμ. Adolf Hitler, προσωνυμία Φύρερ Führer [Ηγέτης]) (20 Απριλίου 1889 - 30 Απριλίου 1945) ήταν δικτάτορας της Ναζιστικής Γερμανίας και ηγέτης του Εργατικού Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (NSDAP). Από το 1933 εώς το 1945 ήταν επίσης Καγκελάριος της Γερμανίας, επικεφαλής της κυβέρνησης και του κράτους. Με την ηγεσία του Χίτλερ οι εθνικοσοσιαλιστές εγκαθίδρυσαν στη Γερμανία τη δικτατορία του αποκαλούμενου Τρίτου Ράιχ. Τα κόμματα της Αντιπολίτευσης κηρύχθηκαν εκτός νόμου, οι πολιτικοί αντίπαλοι καταδιώκονταν και δολοφονούνταν. Οι Χίτλερ και οι οπαδοί του εφάρμοσαν τη συστηματική στέρηση δικαιωμάτων και τη εξόντωση των Εβραίων της Ευρώπης, καθώς και άλλων θρησκευτικών, εθνικών, ή κοινωνικών ομάδων και εξαπέλυσαν το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Σαν συνέπεια αυτής της πολιτικής, μόνο στο ευρωπαϊκό θέατρο του πολέμου έχασαν τη ζωή τους 30 εκατομμύρια άνθρωποι, μεταξύ αυτών 6 εκατομμύρια Εβραίοι. Η Γερμανία και η Ευρώπη κατά μεγάλο μέρος έγιναν ερείπια και διαιρέθηκαν κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου.
Απόσπασμα ομιλίας του Α.Χίτλερ, που εκφώνησε το 1933.
Μετά την απόρριψη από την Πολωνία των γερμανικών προτάσεων σχετικά με την Ελεύθερη Πόλη του Ντάντσιχ και τον Πολωνικό Διάδρομο ο Χίτλερ διέταξε επίθεση, την 1η Σεπτεμβρίου 1939, πυροδοτώντας τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Μετά από μια σειρά στρατιωτικών επιτυχιών, βασισμένων κυρίως στην τακτική του «αστραπιαίου πολέμου» (blitzkrieg), η ναζιστική Γερμανία είχε υπό τον έλεγχό της το μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης. Το 1942 όμως, μετά την αποτυχία στο Ανατολικό Μέτωπο και τη μάχη του Ελ Αλαμέιν στη Βόρεια Αφρική, ο πόλεμος πήρε νέα τροπή και η Γερμανία του Χίτλερ βρέθηκε να αμύνεται ενάντια στους προελαύνοντες Συμμάχους. Αντιμέτωπος με την ολοκληρωτική ήττα, ο Χίτλερ αυτοκτόνησε στο Βερολίνο τον Απρίλιο του 1945 λίγο πριν από την κατάληψη του υπογείου καταφυγίου της Καγκελαρίας από τον Ερυθρό Στρατό. Το τέλος του σήμανε και το τέλος του καθεστώτος το οποίο άφησε τη Γερμανία σε ερείπια.
//
[
Επεξεργασία] Βιογραφία
Σχεδόν όλοι οι βιογράφοι του Χίτλερ σημειώνουν την τεράστια απόκλιση μεταξύ του πρώτου και του δεύτερου μισού της ζωής του. Μέχρι την ηλικία των 30 ετών ήταν, σύμφωνα με τα αστικά μέτρα της εποχής του, ένας άνθρωπος χωρίς επαγγελματική καριέρα, χωρίς αξιόλογες σχέσεις και μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όπου είχε ηττηθεί η Γερμανία, ήταν επίσης και ένας στρατιωτικός χωρίς προοπτικές και κυρίως χωρίς αναγνωρίσιμες ικανότητες που θα μπορούσαν να εξηγήσουν εύλογα την άνοδο που επακολούθησε. Παρ' όλα αυτά, αυτός ο άνθρωπος αναρριχήθηκε, μέσα σε λίγα χρόνια, στην Καγκελαρία του Γερμανικού Ράιχ και τελικά έγινε δικτάτορας-κυρίαρχος του μεγαλύτερου μέρους της Ευρώπης, εξασκώντας μια καταστροφική επίδραση που μόνο λίγοι, πριν ή μετά από αυτόν, εξάσκησαν.
[
Επεξεργασία] Τα πρώτα χρόνια
[
Επεξεργασία] Καταγωγή

Ο πατέρας του Χίτλερ, Αλόισιος
Ο Χίτλερ φρόντισε να μείνουν μέχρι σήμερα πολλά αναπάντητα ερωτήματα σχετικά με την καταγωγή και τη ζωή του πριν την ανάμιξή του στην πολιτική. Το 1930 είπε για τους πολιτικούς του αντίπαλους: «Ποτέ δεν κάνει να μάθουν για τις ρίζες μου και για την οικογένειά μου.» (Κρόκοβ)
Για αυτόν τον λόγο, το καλοκαίρι του 1938, αμέσως μετά την προσάρτηση της Αυστρίας (Anschluss), εκκένωσε και κατέστρεψε τα χωριά των γονέων και των παππούδων του (Ντόλερσχαϊμ και Στρόνες) στην βορειοδυτική Αυστρία και τα μετέβαλε σε πεδία ασκήσεων του στρατού. Οι Κέρσοου, Κρόκοβ και άλλοι βιογράφοι του πιστεύουν ότι ο λόγος γι’ αυτά τα μέτρα θα πρέπει να αναζητηθεί στην ασαφή και μη απαλλαγμένη από αιμομιξία καταγωγή του. Οι ισχυρισμοί του ίδιου του Χίτλερ στο βιβλίο του Ο Αγών μου ("Mein Kampf"), εξυπηρετούν πάνω από όλα το προσωπικό του στιλ που θέλει να παρουσιάσει και γι' αυτό δεν είναι και πολύ αξιόπιστοι.
Ο κατοπινός δικτάτορας γεννήθηκε το 1889 στο Μπράουναου αμ Ινν (Braunau am Inn), στα βόρεια σύνορα της Αυστρίας. Ήταν το τέταρτο από τα έξι παιδιά του τελωνειακού υπάλληλου Αλόισιου Χίτλερ και της τρίτης του γυναίκας Κλάρας Χίτλερ, μιας ανιψιάς του. Από τα έξι αυτά παιδιά μόνον ο Αδόλφος και η αδερφή του Πάουλα έφτασαν ως την εφηβεία. Ο Aλόισιος Χίτλερ είχε εκτός από αυτά και άλλα δύο παιδιά, τον εξώγαμο Αλόισιο Τζούνιορ και την Ανγκέλα, που ήταν κόρη της δεύτερης γυναίκας του.

H οικογένεια Χίτλερ
Στο «Mein Kampf» ο Χίτλερ περιγράφει τον πατέρα του ως αυστηρό, αυταρχικό και, καμιά φορά, ακόμα και οξύθυμο και βίαιο. Είναι, όμως, αμφισβητήσιμο αν η ανατροφή του Χίτλερ υπήρξε πιο αυστηρή από την καθιερωμένη εκείνο τον καιρό. Ο Χίτλερ ποτέ δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον πατέρα του. Το 1876 (όταν ο Αλόισιος ήταν πλέον 40 ετών και η μητέρα του είχε πεθάνει πριν από 30 χρόνια) και λόγω μιας αναμενόμενης κληρονομιάς από τον υποτιθέμενο θείο του, Γιόχαν Νέπομουκ Χίντλερ άλλαξε το οικογενειακό επώνυμο από Σίκλγκρουμπερ (Schicklgruber) σε Χίτλερ. Ο Αλόισιος, που ήταν εξώγαμο παιδί της αγροτικής υπηρέτριας Άννας Μαρίας Σίκλγκρουμπερ, πήρε έτσι το όνομα του άνδρα, που πίστευε ότι ήταν ο πατέρας του. Αυτός όμως, ο μυλεργάτης Γιόχαν Γκέοργκ Χίντλερ (Johann Georg Hiedler) δεν τον είχε αποδεχτεί ποτέ, επίσημα, ως γιο του. Η τροποποίηση του ονόματος Χίντλερ στο γνωστό Χίτλερ οφείλεται απλά και μόνο σε ένα ορθογραφικό λάθος του αρμόδιου υπαλλήλου στην καταγραφή του νέου επωνύμου του Αλόισιου.
Όπως φαίνεται, ο Αδόλφος Χίτλερ δεν ήξερε με απόλυτη βεβαιότητα ποιος ήταν ο παππούς του. Το γεγονός αυτό πρέπει να ήταν πολιτικά εκρηκτικό για τον προπαγανδιστή μιας ρατσιστικής ιδεολογίας, ο οποίος από την αρχή της δεκαετίας του 1920, γινόταν όλο και περισσότερο γνωστός. Οι πολιτικοί του αντίπαλοι, από τότε ήδη, προσπαθούσαν συνεχώς να αποδείξουν ότι ο ηγέτης του αντισημιτικού και εξτρεμιστικά εθνικιστικού Εθνικοσοσιαλιστικού Γερμανικού Εργατικού Κόμματος (NSDAP) είχε ο ίδιος Εβραίους ή Τσέχους προγόνους. Για τις φήμες αυτές δεν βρέθηκαν αποδείξεις. Για τον Χίτλερ, όμως, αυτές οι φήμες, καθώς και οι κατά ένα μέρος αιμομικτικές σχέσεις στην οικογένειά του, ήταν αρκετός λόγος για να συσκοτίζει, όσο μπορούσε, την καταγωγή του.
[
Επεξεργασία] Τα παιδικά χρόνια

Ο Χίτλερ σε βρεφική ηλικία
Λόγω της εργασίας του Αλόισιου, η οικογένεια Χίτλερ μετακόμιζε συνεχώς, από το Μπράουναου στο Πάσαου, στο Λάμπαχ και τελικά στο Λέοντιγκ του Λιντς. Οι επιδόσεις του Αδόλφου στα διάφορα δημοτικά σχολεία ήταν καλές. Στο Γυμνάσιο, όμως, του Λιντς απέτυχε τελείως. Ήδη, από την πρώτη σχολική χρονιά, 1900/1901, ο Αδόλφος έμεινε στην ίδια τάξη, λόγω «έλλειψης φιλοπονίας», όπως σημείωσαν οι καθηγητές του. Στην τρίτη σχολική χρονιά, οι βαθμοί του ήταν τόσο κακοί, που φαινόταν πως θα απορριφθεί ξανά. Επειδή, όμως, είχε πεθάνει ο πατέρας του, κατόπιν παράκλησης της μητέρας του, το σχολείο δέχτηκε να τον προβιβάσει, αλλά με τον όρο ότι θα άλλαζε σχολείο. Ο Χίτλερ γράφτηκε στο σχολείο του Στέιρ, που ήταν λιγότερο απαιτητικό, αλλά ούτε εκεί οι επιδόσεις του βελτιώθηκαν. Τελικά, το φθινόπωρο του 1905, εγκατέλειψε το σχολείο, σε ηλικία 16 ετών, χωρίς να πάρει απολυτήριο.
Αργότερα (στο «Mein Kampf») o Χίτλερ παρουσιάζει τις αποτυχίες αυτές σαν ένα είδος «μαθησιακής απεργίας» εναντίον του πατέρα του, ο οποίος επέμενε να τον κάνει δημόσιο υπάλληλο, ενώ ο ίδιος ήθελε να γίνει ζωγράφος. Σ' αυτό υπάρχει μια δόση αλήθειας, γιατί ο Χίτλερ σε ολόκληρη τη ζωή του θεωρούσε τον εαυτό του ως παραγνωρισμένο καλλιτέχνη. Όσον αφορά όμως τη «μαθησιακή απεργία εναντίον του πατέρα του», ο οποίος ήθελε να τον κάνει οπωσδήποτε υπάλληλο, αυτό δεν αληθεύει: Ο πατέρας του πέθανε στις 3 Ιανουαρίου του 1903, σε ηλικία 65 ετών. Ο Αδόλφος ήταν τότε 13 ετών. Παρόλο που κανείς δεν τον «πίεζε» πλέον να ακολουθήσει σταδιοδρομία υπαλλήλου, οι επιδόσεις του δεν καλυτέρεψαν. Οι γνώσεις του από εκεί και πέρα, στην ουσία, δεν ήταν παρά οι γνώσεις ενός ημιμαθούς, ο οποίος μελετούσε τυχαίες πηγές δίχως ιδιαίτερη επιλογή.
[
Επεξεργασία] Στη Βιέννη και στο Μόναχο
Από το 1905 και μετά ο Χίτλερ είναι σε θέση να ζήσει μια ανεξάρτητη μποέμικη ζωή. Εκτός από την οικονομική βοήθεια που έχει από την μητέρα του, παίρνει και κάποιο επίδομα επειδή έχασε τον πατέρα του σε μικρή ηλικία. Σκοπεύει να σπουδάσει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Βιέννης. Η Ακαδημία απορρίπτει δύο φορές την αίτηση του (1907 και 1908), λόγω έλλειψης ταλέντου. Από τότε, ο Χίτλερ δεν ξαναπροσπαθεί να βρει δουλειά, ή έστω να μάθει μια τέχνη. Μένει αρχικά στη Βιέννη, αλλά ξαναγυρίζει στο Λιντς, μετά το θάνατο της μητέρας του, από καρκίνο του στήθους, στις 21 Δεκεμβρίου 1907. Ενώ στο Mein Kampf παρουσιάζει τα χρόνια εκείνα σα γεμάτα από οικονομικές δυσκολίες και στερήσεις, στην πραγματικότητα, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, δεν ζούσε και άσχημα: το επίδομα που έπαιρνε, μαζί με τα χρήματα που κέρδιζε από τις πωλήσεις των καλλιτεχνικών δημιουργιών του, ξεπερνούσε τον αρχικό μισθό ενός δασκάλου. Ωστόσο, ποτέ δεν θα λησμονήσει την απόρριψή του από την Ακαδημία της Βιέννης: Όταν ανήλθε στην εξουσία, εκδικήθηκε τους καθηγητές της, που τον είχαν απορρίψει, διώκοντάς τους.
Το 1909, σε ηλικία 20 ετών, εγκαθίσταται τελικά στην Βιέννη. Εκεί γνωρίζει τις ψευδοεπιστημονικές και νεοθρησκευτικές θεωρίες του ρατσιστή και αντισημίτη ιδεολόγου Γιεργκ Λαντζ φον Λίμπενφελς (Jörg Lanz von Liebenfels). Επίσης αφομοιώνει τον αντισημιτισμό διάφορων πολιτικών, όπως του Γκέοργκ Ρίτερ φον Σένερερ (Georg Ritter von Schönerer) που ήταν «Führer» (ηγέτης) του Παγγερμανικού Κινήματος, καθώς και του δήμαρχου της Βιέννης, Δρα Καρλ Λύγκερ (Karl Lueger). Η ιδέα του Χίτλερ για μια ανώτερη, άρια φυλή, την αποκαλούμενη «φυλή κυρίων» ('Herrenrasse'), πρέπει να σχηματίστηκε εκείνη την περίοδο. Ο ίδιος δεν αναφέρθηκε ποτέ στα πολιτικά του πρότυπα και είδωλα. Όπως αναφέρει, όμως, ο Άουγκουστ Κούμπιτσεκ (August Kubizek), ένας φίλος του Χίτλερ εκείνου του καιρού, σε αυτά τα χρόνια υπάρχει και κάτι άλλο, που ενθουσιάζει τον Χίτλερ ακόμη περισσότερο απ' όσο η πολιτική: η όπερα. Ιδιαίτερα, οι όπερες του Ρίχαρντ Βάγκνερ.
Όταν η Επιτροπή της Ακαδημίας τον απορρίπτει για δεύτερη φορά, τα οικονομικά περιθώρια του Χίτλερ αρχίζουν να στενεύουν. Το 1909 καταλήγει τελικά σε ένα ίδρυμα άστεγων στην οδό Μέλντεμαν (Meldemannstraße). Κερδίζει λίγα χρήματα πουλώντας τις ζωγραφιές του με τα αξιοθέατα της Βιέννης. Στο Mein Kampf γράφει ότι εκείνο τον καιρό εξελίσσεται ο αντισημιτισμός του, πράγμα που είναι αμφίβολο. Στο ίδρυμα που ζούσε διατηρούσε σχέσεις με έναν Εβραίο, τον Γιόζεφ Νόιμαν (Josef Neumann), ο οποίος τον βοηθούσε στην πώληση των έργων του.
Αφού τον Μάιο του 1913 εκταμίευσε την κληρονομιά του πατέρα του και εγκαταστάθηκε στο Μόναχο. Στο Μein Kampf γράφει ότι νοσταλγούσε μια «γερμανική πόλη». Εδώ, στο Μόναχο, μελετά τα έργα του ρατσιστή συγγραφέα Χιούστον Στιούαρτ Τσάμπερλεν (Houston Stewart Chamberlain). Επίσης, με τη μετακόμισή του ο Χίτλερ αποφεύγει τη στρατιωτική θητεία στην Αυστρία. Πρόκειται για την πρώτη του ξεκάθαρη πολιτική απόφαση: υπέρ του γερμανικού έθνους και κατά του αυστροουγγρικού πολυεθνικού κράτους. Το ότι δεν είναι ενάντια στη στρατιωτική θητεία για λόγους αρχής αποδεικνύεται και αργότερα, το 1914: με την έναρξη του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου κατατάσσεται αμέσως ως εθελοντής στον γερμανικό στρατό.
[
Επεξεργασία] Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος
Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου, ο Χίτλερ είναι υποδεκανέας του 16ου Βαυαρικού Συντάγματος Εφέδρων Πεζικού, Λιστ, στο δυτικό μέτωπο. Στις 16 Αυγούστου 1914 κατατάσσεται ως εθελοντής στον Πρωσικό Στρατό. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου παίρνει το παράσημο του Σιδηρού Σταυρού Δεύτερης Τάξης. Το 1916 ο Χίτλερ τραυματίζεται στο πόδι σε μια μάχη στη βόρεια Γαλλία. Στις αρχές Μαρτίου του 1917 έχοντας αναρρώσει επιστρέφει στο μέτωπο, όπου το 1918 παρασημοφορείται με το Σιδηρό Σταυρό Πρώτης Τάξης.
Ο Χίτλερ εθεωρείτο σωστός στρατιώτης, επειδή όμως η στάση του δεν ήταν κριτική απέναντι στους αξιωματικούς, ήταν μάλλον αντιπαθής στους συναδέλφους του. Ένας από αυτούς, ο Κόνραντ Χάιντεν (Konrad Heiden, πρώτος βιογράφος του Χίτλερ) θα γράψει αργότερα: «Όλοι τον βρίζαμε. Το βρίσκαμε ανυπόφορο να έχουμε ένα άσπρο πρόβατο ανάμεσά μας.»
Λίγο πριν τη λήξη του πολέμου, στις 15 Οκτωβρίου 1918, μετά από μια επίθεση με αέρια, ο Χίτλερ εισάγεται στο στρατιωτικό νοσοκομείο της πόλης Πάζεβαλκ της Πομερανίας. Την παροδική τύφλωσή του την απέδιδε ο ίδιος σε βλάβη των ματιών του εξαιτίας της επίδρασης των αερίων. Νεώτερες μελέτες, οι οποίες βασίζονται στο αρχείο του στρατιωτικού νοσοκομείου, αποδεικνύουν ότι η αιτία για την ανωμαλία αυτή ήταν μια καθυστερημένη υστερική αντίδραση του Χίτλερ, για τη διαφαινόμενη, πλέον, ήττα της Γερμανίας. Επιπλέον, κατά τη διάγνωση του ψυχίατρου του στρατιωτικού νοσοκομείου, ο Χίτλερ χαρακτηριζόταν ψυχοπαθής, και τελείως ακατάλληλος για να αναλάβει ηγετικά καθήκοντα.
Επίσης και ο Χάιντεν αναφέρει ότι ο διοικητής του λόχου είπε κάποτε για το Χίτλερ: «Αυτόν τον υστερικό, ποτέ δε θα τον κάνω υπαξιωματικό!» Όντως, παρόλο που τραυματίστηκε πολλές φορές και πήρε δύο παράσημα, ο Χίτλερ δεν πήρε ποτέ προαγωγή από το βαθμό του υποδεκανέα στη διάρκεια του Α΄ Παγκόσμιου Πολέμου. Και αυτό, από ό,τι φαίνεται, δεν οφειλόταν μονάχα στο γεγονός ότι ήταν αυστριακός υπήκοος.
Παρόλ' αυτά, ο Σεμπάστιαν Χάφνερ χαρακτηρίζει αυτή την εμπειρία του Χίτλερ στο μέτωπο ως «μοναδικό εκπαιδευτικό βίωμα» επειδή στα επόμενα χρόνια της ζωής του θα φανεί ότι είχε αποκτήσει σημαντική αντίληψη σε στρατιωτικά ζητήματα.
[
Επεξεργασία] Η άνοδος του Χίτλερ
[
Επεξεργασία] Γίνεται πολιτικός
Ο Χίτλερ ισχυρίστηκε αργότερα ότι η αγανάκτησή του για το χαμένο πόλεμο και η «προδοσία των εγκληματιών του Νοέμβρη» ωρίμασαν μέσα του την απόφαση να γίνει πολιτικός («Εγκληματίες του Νοέμβρη» ήταν οι πολιτικοί, που υπέγραψαν την παράδοση της Γερμανίας, ενώ ακόμα ο γερμανικός στρατός κατείχε εχθρικό έδαφος) . Οι γερμανοί εθνικιστές δεν παραδέχονται την στρατιωτική ήττα τους στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και για αυτό τον λόγο διαμορφώνουν την (φυσικά ψεύτικη) συνομωτική θεωρία της προδοσίας, βάσει της οποίας η γερμανική πατρίδα προδόθηκε από τους πολιτικούς και τους μαρξιστές με τη λεγόμενη «μαχαιριά στην πλάτη» (Dolchstoßlegende). Αυτή την προδοσία παρουσιάζει ο Χίτλερ εκ των υστέρων ως κίνητρο για την απόφασή του να γίνει πολιτικός. Εδώ ο Χίτλερ δεν λέει την αλήθεια.
Πολιτικές φιλοδοξίες, αμέσως μετά τον πόλεμο, ο Χίτλερ δεν είχε. Γύρισε στο στρατώνα του Συντάγματός του, στο Μόναχο, και η μόνη του προσπάθεια ήταν να μην απολυθεί από το στρατό. Εκλέχτηκε ως ένας από τους αντιπροσώπους του Συντάγματος και με βάση αυτή την εκλογή έγινε ένα είδος συνδέσμου με την επαναστατική Σοβιετική Κυβέρνηση του Μονάχου του σοσιαλιστή βαυαρού πρωθυπουργού Κουρτ Άισνερ (Kurt Eisner).
Στις ταραχές που ξέσπασαν μετά τη δολοφονία του Άισνερ (1919), ο Χίτλερ δεν φαίνεται να είναι ούτε με το μέρος του Κόμματος της Σοβιετικής Δημοκρατίας, αλλά ούτε και με το μέρος των αντιπάλων τους, των ακραία εθνικιστικών και αντιδημοκρατικών Εθελοντικών Σωμάτων (όπως θα περίμενε κανείς, με βάση τη μετέπειτα εξέλιξή του). Φαίνεται να περιμένει επιφυλακτικά τις εξελίξεις. Ένα φιλμ της εποχής (1919), μάλιστα, δείχνει τον Χίτλερ στη νεκρική πομπή του δολοφονημένου Άισνερ, ο οποίος ήταν Εβραίος. Γι’ αυτούς τους λόγους, σύγχρονοι ιστορικοί υποστηρίζουν ότι οι πολιτικές απόψεις του Χίτλερ, δεν είχαν φτάσει ακόμα το 1918 στην εξέλιξη που κατέγραψε το 1924 στο πρώτο μέρος του Mein Kampf.
Μετά την αιματηρή συντριβή της Σοβιετικής Δημοκρατίας, ο Χίτλερ προσλαμβάνεται από την διοίκηση των Ενόπλων Δυνάμεων (Ράιχσβερ, Reichswehr) του Μονάχου, που τότε ήταν ο αποφασιστικός παράγοντας εξουσίας. Υπάρχουν ενδείξεις ότι εξαγόρασε την εύνοια των ισχυρών προδίδοντας παλιούς συντρόφους του, που ήταν με την πλευρά της Σοβιετικής Δημοκρατίας. Σημαντικές προσωπικότητες της αποκαλούμενης μαύρης Ράιχσβερ, όπως ο λοχαγός Ερνστ Ρεμ (Ernst Röhm), διέκριναν σύντομα στον υποδεκανέα Χίτλερ έναν ενδεχόμενο προπαγανδιστή για να κάνει ζύμωση μέσα στους εργάτες με σκοπό την εξάπλωση της εθνικιστικής ιδεολογίας. Γι' αυτό το λόγο τον στέλνουν να παρακολουθήσει μαθήματα προπαγανδιστικής ρητορικής. Παράλληλα κατασκοπεύει και τις δραστηριότητες πολιτικών κομμάτων και πολιτικών κύκλων, που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια στο μετεπαναστατικό Μόναχο.

Η κάρτα μέλους του Χίτλερ στο Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών. Ο Χίτλερ αρχικά ήθελε να δημιουργήσει δικό του κόμμα.
Στις 12 Σεπτεμβρίου 1919 παίρνει μέρος για πρώτη φορά σε συνέλευση του Γερμανικού Εργατικού Κόμματος (DAP, το οποίο αργότερα θα μετονομαστεί σε NSDAP). Το κόμμα αυτό το είχαν ιδρύσει ο κλειδαράς Άντον Ντρέξλερ (Anton Drexler) και ο δημοσιογράφος Καρλ Χάρερ (Karl Harrer) και προπαγάνδιζε ιδέες ξενοφοβικές, αντισημιτικές και ψευδοσοσιαλιστικές. Ο Χίτλερ παίρνει μέρος στην πολιτική συζήτηση και διακρίνεται για το ρητορικό του ταλέντο. Για πρώτη φορά ανακαλύπτει ένα ταλέντο στον εαυτό του, το οποίο αναγνωρίζουν και άλλοι: Το να συναρπάζει τους ακροατές του και να διεγείρει συναισθήματα. Ο Ντρέξλερ του πρότεινε την ίδια μέρα να γίνει μέλος του κόμματος. Στις 19 Οκτωβρίου ο Χίτλερ γίνεται (με εντολή των προϊσταμένων του) 55ο μέλος του DAP, όχι 7ο όπως ισχυρίζεται αργότερα. Εκείνο τον καιρό γνωρίζει και τον αντισημίτη συγγραφέα Ντίτριχ Έκαρτ (Dietrich Eckart), o οποίος συνειδητοποιεί ότι ο Χίτλερ είναι ικανός να κερδίσει τους εργάτες και τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα υπέρ της ακροδεξιάς ιδεολογίας. Είναι ένας από τους πρώτους που το συνειδητοποίησε και γι' αυτό υποστήριξε το Χίτλερ με λόγια και έργα. Το 1920 γίνεται εκδότης της κομματικής εφημερίδας του NSDAP "Λαϊκός Παρατηρητής" Völkischer Beobachter.
Επειδή ο Χίτλερ με τους φλογερούς του λόγους προσελκύει όλο και περισσότερους ακροατές και μέλη του κόμματος, αποκτά μεγάλη δύναμη μέσα στο κόμμα, το οποίο εξαρτάται όλο και περισσότερο από αυτόν. Την άνοιξη του 1920 συμβάλλει και αυτός στο νέο πρόγραμμα του κόμματος. Επίσης, με πρωτοβουλία του αλλάζει η ονομασία του κόμματος: το Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (DAP) λέγεται πλέον Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα των Γερμανών Εργατών (NSDAP).
Τελικά, απολύεται από τον στρατό στις 31 Μαρτίου 1920. Ήδη εκείνο το διάστημα ζει άνετα με τα χρήματα που κερδίζει ως πολιτικός ρήτορας. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το NSDAP εξαρτάται πλέον απόλυτα από αυτόν και το εκμεταλλεύεται: τον Ιούλιο του 1921 αναγκάζει με ένα τελεσίγραφο το παλιό προεδρείο να παραιτηθεί και ψηφίζεται νέος πρόεδρος του κόμματος. Ο Χίτλερ είναι πλέον τοπική πολιτική φυσιογνωμία. Εκτός της Βαυαρίας, όμως, προκαλεί μάλλον θυμηδία παρά φόβο.
[
Επεξεργασία] Πραξικόπημα και φυλάκιση
Κύριο άρθρο: Πραξικόπημα της μπιραρίας Μετά τη συντριβή της "Σοβιετικής Δημοκρατίας" στην Βαυαρία κυβερνά, ουσιαστικά, ο εθνικιστής και μοναρχικός Γκούσταβ Ρίτερ[1] φον Καρ (Gustav Ritter von Kahr), ο οποίος δεν έκρυβε καθόλου την αντιπάθειά του για την δημοκρατία και τη λεγόμενη «κόκκινη Κυβέρνηση» (δηλαδή τη σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση, που, το 1918, μετά την πτώση της μοναρχίας, εγκαθίδρυσε τη Δημοκρατία της Βαϊμάρης). Ο Χίτλερ και ο πρώην Επικεφαλής Επισταθμίας του Γενικού Επιτελείου στρατηγός Έριχ Λούντεντορφ (Erich Ludendorf), που ανήκε στους συμπαθούντες του NSDAP είδαν στον Καρ ένα σύμμαχο για το σχέδιό τους: Την βίαιη ανατροπή της κυβέρνησης του Βερολίνου, κατά το πρότυπο της Πορείας στη Ρώμη του Μουσολίνι, τον Οκτώβριο του 1922. Λόγω της κατοχής του Ρουρ από τη Γαλλία, του τεράστιου πληθωρισμού και των σοβαρών ταραχών που είχαν ξεσπάσει στη Γερμανία, ο Χίτλερ πίστευε ότι θα έβρισκε μεγάλη λαϊκή υποστήριξη.
Το βράδυ της 8ης Νοεμβρίου 1923 ο Χίτλερ με μερικούς ένοπλους έκανε έφοδο σε μια μπυραρία, έξω από το Μόναχο, όπου εκφωνούσε λόγο ο Καρ. Αλλά μόνο με την απειλή των όπλων δέχτηκε αυτός, για τα μάτια του κόσμου, την πρόταση του Χίτλερ να ανατρέψουν την κυβέρνηση του Βερολίνου. Το επόμενο πρωί, ο Χίτλερ με έναν αριθμό υποστηρικτών του επιτέθηκε στο Βαυαρικό Υπουργείο Στρατιωτικών, ως αρχή της ανατροπής της βαυαρικής κυβέρνησης. Η αστυνομία, όμως, έκανε χρήση όπλων και οι επιτιθέμενοι τράπηκαν σε φυγή αφήνοντας πίσω τους 16 νεκρούς, μέλη του NSDAP. Ο Λούντεντορφ συνελήφθη στις 9 Νοεμβρίου, ο Χίτλερ μερικές μέρες αργότερα. Η δίκη για αυτούς που συμμετείχαν στο Πραξικόπημα Λούντεντορφ-Χίτλερ άρχισε στις 26 Φεβρουαρίου 1924.
Με βάση τη νομοθεσία της εποχής, θα έπρεπε να καταδικαστεί ο Χίτλερ, για εσχάτη προδοσία, σε μακροχρόνια φυλάκιση, ή τουλάχιστον να απελαθεί από τη Γερμανία, γιατί είχε ακόμα την αυστριακή υπηκοότητα. Αλλά, η Δημοκρατία της Βαϊμάρης φερόταν με εξαιρετική επιείκια στους ακροδεξιούς παραβάτες του νόμου.
Ενώ οι άλλοι «πρωτομάστορες» του πραξικοπήματος αποστασιοποιούνται και δεν αναλαμβάνουν την ευθύνη για το πραξικόπημα, με αποτέλεσμα πολλοί να αθωωθούν, (όπως πχ. ο Λούντεντορφ, Ludendorff), ο Χίτλερ, που ξέρει ότι δεν ρισκάρει πολλά πράγματα, εκμεταλλεύεται την ευκαιρία για να προβάλλει τον εαυτόν του ως μόνο εμπνευστή του πραξικοπήματος. Έτσι το πραξικόπημα περνά στην ιστορία με το όνομά του (Hitlerputsch ή, κατ' άλλους «Πραξικόπημα της μπιραρίας», Beer hall putsch).
<
Περισσότερα... »