<?xml version="1.0" encoding="utf-8"?>
<feed xmlns="http://www.w3.org/2005/Atom">
        <id>urn:www-serresblogs-gr:feeds:atom</id>
	<title>Serres Blogs &#187; Μαραγκάκης Λευτέρης blog</title>
	<subtitle>Serres Blogs &#187; Μαραγκάκης Λευτέρης blog</subtitle>      
        <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/" />
        <link rel="self" type="text/xml" href="http://www.serresblogs.gr/?media=atom"/>
        <updated>c</updated>
	<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/feed.php?channel=48&amp;y=2009&amp;m=11&amp;d=06&amp;iid=9210</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: Προς την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΚύριε διευθυντά</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/feed.php?channel=48&amp;y=2009&amp;m=11&amp;d=06&amp;iid=9210"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<p>Προς την εφημερίδα ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ<br />Κύριε διευθυντά<br /><br />            Στην καθημερινή εκπομπή του Γιώργου Αυτιά ΚΑΛΗΜΕΡΑ στο κανάλι ΑΛΤΕΡ και στις 8,10΄περίπου, εμφανίσθηκε η δημοσιογράφος και βουλευτής του ΚΚΕ Λιάνα Κανέλη και μέσα στο χειμαρώδη λόγο της (με την απόλυτη σημασία της λέξης, που όλα τα σφάζει κι όλα τα μαχαιρώνει), αναφέρθηκε και σε εργάτη μιας βιομηχανίας που δεν θυμάμαι το όνομά της, ο οποίος απολύθηκε γιατί στο χώρο της εργασίας του κάπνισε ένα τσιγάρο. Ως εδώ καλά. Όμως θέλοντας να δώσει στο λόγο της την έμφαση του παράλογου, την υπεράσπισή της στα δικαιώματα των καπνιστών ή (και μάλλον) την πρόκληση της στον καπνοκτόνο νόμο, την ίδια κιόλας στιγμή και με κινήσεις που θέλανε να γίνουνε περισσότερο πειστικές για τις ανάγκες αυτών που καπνίζουν, άναψε το τσιγάρο της μπροστά στην κάμερα, θέλοντας προφανώς να αψηφήσει τους νόμους και (ίσως) να ειρωνευτεί όλους όσους πειθάρχησαν στην απαγόρευση. Δεν είμαι υστερικός αντικαπνιστής. Κάπνιζα σαράντα χρόνια, το έχω κόψει εδώ και αρκετό καιρό και το κυριότερο αγαπώ το τσιγάρο ακόμη και σήμερα.<br />            Αν λοιπόν η κυρία Κανέλη έκανε την κίνηση αυτή σε γραφείο δημόσιου χώρου (Βουλής ή γραφείων του ΚΚΕ ή στα γραφεία του περιοδικού της), παρακαλώ να κινηθεί αυταπέγγελτα η αρμόδια Εισαγγελία για την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων. Πρέπει η κυρία Κανέλη να καταλάβει μερικά πράγματα κι όχι να τσαμπουκαλεύεται προς πάσαν κατεύθυνση ρυπαίνοντας το περιβάλλον.<br />                                                                                                                              Λευτέρης Μαραγκάκης<br />                                                                                                                              Σέρρες     </p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-5897677010762552909?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/feed.php?channel=48&amp;y=2009&amp;m=09&amp;d=23&amp;iid=7325</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: ΔΥΟ ΑΣΗΜΑΝΤΑ ΣΧΟΛΙΑ            Την Δευτέρα ...</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/feed.php?channel=48&amp;y=2009&amp;m=09&amp;d=23&amp;iid=7325"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	ΔΥΟ ΑΣΗΜΑΝΤΑ ΣΧΟΛΙΑ<br /><br />            Την Δευτέρα που μας πέρασε βρέθηκα στο Ειρηνοδικείο Νέας Ζίχνης για ένα δικαστήριο. Περιμένοντας τη σειρά μου να δικάσω, μάρτυρας στην προηγούμενη από τη δικιά μου δίκη, σε υπόθεση εκδίκασης ορίων οδού φραγμένης ένθεν κακείθεν, η μάρτυρας υπερασπιζόμενη τα συμφέροντα της διαδίκου συγγενούς της κατάθεσε αυθόρμητα με πλήρη αγανάκτηση ότι «..δεν μπορούσαμε να το αφήσουμε ξέφραγο το μέρος να μπαίνουνε σκυλιά κι Αλβανοί». Εκεί μας κατάντησε η ξενοφοβία που αρκετοί καλλιεργούν και περισσότεροι τους πιστεύουν. Όμως το θλιβερότερο ήταν ότι κανείς από το ακροατήριο δεν αντέδρασε, βρίσκοντας τα λόγια της απόλυτα φυσιολογικά.<br />            Χθες το απόγευμα κατεβαίνοντας για το γραφείο μου, είδα μπροστά στην πόρτα του Επιμελητηρίου (στον καινούριο μας δηλαδή πεζόδρομο) απαστράπτουσα μερσεντές να περιμένει τον καλό της, πιθανό πολιτικό ή εμπορικό παράγοντα της επαρχίας μας. Κι εδώ καμιά διαμαρτυρία.<br />            Ασήμαντα πράγματα θα μου πείτε. Ανάλογα με την παιδεία του καθενός κρίνεται και το μέγεθος των δυο αυτών γεγονότων. Σημαντικά όμως για να καταδειχθεί ο τρόπος συμπεριφοράς μας σε μια εποχή που όλα διαμορφώνονται ανάλογα με την παραίτηση κι την αδιαφορία μας.  <br />                                                                                       ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ 24.9.2009<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-7526396372475555223?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/feed.php?channel=48&amp;y=2009&amp;m=09&amp;d=23&amp;iid=7326</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: ΠΡΑΞΗ ΕΥΘΥΝΗΣ      Σπανίζουν στις μέρες ...</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/feed.php?channel=48&amp;y=2009&amp;m=09&amp;d=23&amp;iid=7326"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	ΠΡΑΞΗ ΕΥΘΥΝΗΣ<br /><br />      Σπανίζουν στις μέρες μας πράξεις ευθύνης όπως η επιστολή του συναδέλφου δικηγόρου Ευάγγελου Ζαπριάνου. Αναφέρομαι στην επιστολή του αποποίησης του διορισμού του ως αναπληρωτή μέλους του Εφορευτικού Συμβουλίου της Δημόσιας Κεντρικής Βιβλιοθήκης Σερρών και συμφωνώ απόλυτα με τους λόγους της.<br />Είναι αδιανόητο να γυρνάμε αιώνες πίσω, τότε που στην αφελή ιστορική γνώση (άγνοια περισσότερο) της κατασκευασμένης ιστορίας, υπήρχε και διαφέντευε «το κρυφό σχολειό», με το να διορίζονται ιεράρχες σε βιβλιοθήκες που σκοπό έχουν (οι βιβλιοθήκες) να φωτίσουν το κοινό σε σύγχρονες τάσεις και ρεύματα της λογοτεχνίας και της έρευνας.<br />Απ’ότι μου είπανε, σε όλες τις βιβλιοθήκες της χώρας η πολιτεία διόρισε στα συμβούλια παπάδες και μητροπολίτες. Άντε μετά να πείσουμε τον κόσμο ότι διαφέρουμε από τα θεοκρατικά καθεστώτα της μέσης ανατολής.<br />Νομίζω ότι μετά από το θόρυβο που έχει προκληθεί μέχρι σήμερα για τον διορισμό του μητροπολίτη στη θέση του προέδρου, η επόμενη πράξη ευθύνης πρέπει να είναι η παραίτηση του μητροπολίτη Σερρών και Νιγρίτας από τη θέση του προέδρου. Να είναι σίγουρος ότι τη στάση του αυτή θα την εκτιμήσει το σύνολο των συμπολιτών μας, εκτός βεβαίως των θρησκόληπτων.<br />Αλλιώς, άντε και με το καλό να μάθουμε επιτέλους φαρσί τους βίους των αγίων από την ανεξάντλητη (είμαι σίγουρος) δραστηριότητα που θα επιδείξει η Βιβλιοθήκη από εδώ και πέρα.<br />                                                                            ΠΑΡΑΤΗΡΗΤΗΣ 10.9.2009<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-2622140271843308193?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/12/%ce%91%ce%a0%ce%91%ce%93%ce%9f%ce%a1%ce%95%ce%a5%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%99_%ce%a4%ce%9f_%ce%9a%ce%a5%ce%9d%ce%97%ce%93%ce%99</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/12/%ce%91%ce%a0%ce%91%ce%93%ce%9f%ce%a1%ce%95%ce%a5%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%99_%ce%a4%ce%9f_%ce%9a%ce%a5%ce%9d%ce%97%ce%93%ce%99"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://1.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZRVCj18UxI/AAAAAAAAAOQ/z-lIEAIAcys/s1600-h/%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF,+%CE%91%CE%A0%CE%91%CE%93%CE%9F%CE%A1%CE%95%CE%A5%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%99+%CE%A4%CE%9F+%CE%9A%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%93%CE%99.jpg"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZRVCj18UxI/AAAAAAAAAOQ/z-lIEAIAcys/s400/%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF,+%CE%91%CE%A0%CE%91%CE%93%CE%9F%CE%A1%CE%95%CE%A5%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%99+%CE%A4%CE%9F+%CE%9A%CE%A5%CE%9D%CE%97%CE%93%CE%99.jpg" /></a><br /><br />Εκδόσεις ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ<br />Απόσπασμα<br /><br />Η Άνκα ζύγιζε και ξαναζύγιζε το αλεύρι στη μικρή τσιγκελωτή ζυγαριά, προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νούμερα για να πετύχει η πίττα που ετοίμαζε στην εγγονή της. Δεν τα κατάφερνε κι άρχισε να τα βάζει με τον εαυτό της, που τώρα τελευταία δυό νούμερα μαζί δεν μπορούσε να συγκρατήσει και μπέρδευε γραμμάρια και δόσεις, όταν τις μπαίνανε στο νου άλλα πράματα σοβαρότερα από το πλάσιμο μιάς ζύμης, όπως τα κακά όνειρα της νύχτας που πέρασε.<br />Διότι δεν είναι μικρό πράγμα να σε κυνηγάει ο Χάρος, φορώντας ριγωτή πιτζάμα παρακαλώ και βαδίζοντας μάλιστα στους τοίχους - κι όχι στο πάτωμα όπως είναι το σωστό, με το δικαίωμα που δίνουνε τα όνειρα φαίνεται - και να σου φωνάζει από μακριά κρατώντας το μπλάστρι της κουζίνας, αυτό που σε λίγο είχε σκοπό να πλάσει την πίττα της, ομοιοπαθητικά φερόμενη στα όνειρά της, το κακό με το κακό να πολεμάει, και το μπλάστρι του Χάρου με το μπλάστρι το δικό της, προκειμένου να ξορκίσει τα πράματα και να της φωνάζει από μακριά,<br />- Τι θα γίνει με σας. Αυτόν που μας κουβαλήσατε, ο Τερζής ντε, όλο φασαρίες και μουγκρητά είναι στον ύπνο του και δεν αφήνει κανέναν να κοιμηθεί με την ησυχία του, όλο γιατί και γιατί είναι και θέλει λέει να γυρίσει απαξάπαντος, γιατί δεν απόσωσε να κάνει κάτι το σημαντικό, λες και οι άλλοι βολεύονται εκεί που τους έχουμε.<br />Άκου να δεις τώρα πώς μας βγαίνουνε τα όνειρα, μουρμούρισε θυμωμένη ανακατώνοντας το αλεύρι στη μικρή ξύλινη σκάφη και προσθέτοντας με το μαστραπά νερό, όποτε ξαναθυμότανε τα αλλόκοτα της νύχτας. Σούπα θα το κάνω, γρύλισε τελικά προσθέτοντας κι άλλο αλεύρι στο μείγμα, που σαν το μυαλό της κι αυτό νερούλιαζε ή έσφιγγε κατά το δοκούν κι ανάλογα με το πώς μας πασπάλιζε με τα αλεύρια του ο Ύψιστος από ψηλά, κάνοντας κι αυτός τα δικά του κουρκούτια, που από τότε που τα πρωτοέπλασε, ψυλλιάστηκε πως τα έπλασε λάθος, δεν δικαιολογούνται δα αλλιώς τόσα στραβά στην οικουμένη.<br />Μ’ αυτά και μ’ αυτά προσπαθούσε η άμοιρη να κρατήσει μακριά τις κακές μαντείες, που της δίνανε τα όνειρα εκεί που δεν το περίμενε. Να μην τολμάς να κοιμηθείς δηλαδή και να καταπιάνεσαι με τον Θεό κάνοντάς τον γείτονά δικό της, συγκάτοικό και μπατζανάκη της εν ανάγκη, προκειμένου να ξεχάσει τα όσα την πονούσανε και τα όσα ντε και καλά από μικρή ήθελε να ερμηνεύει όταν έβλεπε ανάλογους με τον χτεσινό εφιάλτες.<br />Πρέπει να της τηλεφωνήσω, μουρμούρισε ξύνοντας τις ζύμες με ένα μαχαίρι από τις παλάμες της. Τώρα κιόλας. Δεν είναι δυνατόν να μου’ ρχεται ο Χάρος αυτοπροσώπως στα όνειρά μου κι εγώ να πλάθω πίττες. Ήτανε νωρίς και η μικρή θα αργούσε ακόμα να γυρίσει από το σχολείο. Σκέπασε τη ζύμη με μια πετσέτα, πήρε το πορτοφόλι της από το μικρό εικονοστάσι της κρεβατοκάμαρας, θέση που νόμιζε ότι κανείς δεν θα τολμούσε να πλησιάσει, κοίταξε ύποπτα την επιστολή μήπως για όλα έφταιγε αυτή, έριξε μια άγρια ματιά στους άγιους που συνωστιζότανε στο μικρό για την αξία τους χώρο, για το τι της φορτώσανε πάλι μεσημεριάτικα και πήρε το δρόμο για το τηλεγραφείο. Όλα ήτανε απαράλλακτα όπως τα είχε αφήσει την προηγούμενη φορά. Τριάντα δύο μέρες. Μάλιστα. Ακριβώς τριάντα δύο. Πόσες έχω να μετρώ ακόμη, μουρμούρισε.<br />Έδωσε το νούμερο στην υπάλληλο κι έκατσε να περιμένει με το νου της στην Ραλούκα και στη χώρα της. Χώρα χρονίως επιθυμητή πλην όμως απαγορευμένη, όχι τόσο από τις οικονομικές της δυνατότητες - πάντα πίστευε ότι μπορούσε να τα βολέψει κανείς με τα χρήματα - όσο από δικούς της εσώτερους λόγους, που είχανε να κάνουνε με τη μανία της να μη θέλει να μετακινείται τίποτα στη ζωή της, αφού την είχε αναγάγει στην ακρίβεια μόνιμων και καθημερινών απαράλλακτων κινήσεων, που η μαθηματική τους συμμετρία την έκανε να αισθάνεται ευτυχής.<br />Από τα ανέξοδα και ξεκούραστα ταξίδια της την έβγαλε το μεγάφωνο που φώναξε τον διπλανό της να μπει στον πρώτο θάλαμο. Κοίταξε το ρολόι του τοίχου κι άρχισε να δαιμονίζεται από την καθυστέρηση. Προσπάθησε να σκεφτεί τι θα της έλεγε. Αν έμενε στα καθημερινά ρωτώντας και παίρνοντας λίγο πολύ τις ίδιες απαντήσεις όπως όλος ο κόσμος ή αν θα της εξιστορούσε τα σημάδια της προηγούμενης νύχτας. Πού να την στεναχωρώ τώρα, σκέφτηκε. Τι σκατά μ’ έπιασε και ήρθα μέχρι εδώ. Τι φταίει το κορίτσι αν εγώ έχω παλαβώσει. Λες και είμαι η μόνη που βλέπει τέτοια όνειρα. Η αναμονή παραδόξως άρχισε να την καλμάρει κάπως. Μόνο αν είναι καλά θα τη ρωτήσω, επανέλαβε σχεδόν φωναχτά πολλές φορές, για να πείσει τον εαυτό της περισσότερο, αφού ξέροντας τα χούγια της, δεν απέκλειε ξαφνικά ξεσπάσματα ειλικρίνειας.<br />Ξαναγύρισε στην καθυστέρηση του τηλεφωνήματος κι άρχισε να θυμώνει με τον τρόπο που δουλεύανε οι υπηρεσίες. Λίγο πριν αγανακτήσει και βάλει τις φωνές - ο Ύψιστος από πάνω ξέρει να παίζει με τα νεύρα μας - φωνάξανε το όνομά της. Πετάχτηκε να μπει στον θάλαμο που θα της λέγανε.<br />- Δεν το σηκώνουνε, της είπε η υπάλληλος.. Δεν απαντά κανείς. Να την ακυρώσω;<br />Έφυγε με ένα αίσθημα ανακούφισης που τρίτοι της απέκλειαν έστω και την μικρή πιθανότητα να αγχώσει στα καλά καθούμενα την Ραλούκα από τη συχνή ακράτεια του λόγου της.<br />Στον γυρισμό πήγαινε κι έφερνε στο νου της την ψυχοκόρη της να τρέχει σε μνημόσυνα, σε μακεδονίτικα χωριά να τα λέει με τη θειά της και σε νησιά του Αιγαίου που τα γνώριζε μόνο από κάτι βιβλία που κουβαλούσε ο Μιχάλης. Κι όταν τα χειρότερα σκουντιόντουσαν στο μυαλό της, τη φανταζότανε ολημερίς να ψάχνει για δουλειά στους δρόμους κι ακόμα, χτύπα ξύλο, να έχει πάθει τίποτα, πολύ θέλει να γίνει το κακό; Μουρμούριζε σταυροκοπούμενη και βρίζοντας τον εαυτό της που όπως η μύγα κυνηγά τα μέλια έτσι κι εγώ, πανάθεμα με, ο νους μου όλο στο κακό.<br />Στην αυλή την περίμενε η εγγονή της αφού είχε ήδη πέσει έξω στους υπολογισμούς της με τις καθυστερήσεις του τηλεγραφείου.<br />- Αντε ρε γιαγιά, της είπε. Δόσμου τέλος πάντων ένα κλειδί να μη σε περιμένω με τις ώρες.<br />Η Άνκα έκανε πως δεν άκουσε τα παράπονα της εγγονής της, αφού δεν είχε πειστικούς λόγους να της αρνείται ένα κλειδί δέκα έξι χρονώ γαϊδούρα πιά, αλλά έλα που της καρφώθηκε, ή μάλλον δεν της είχε ξεκαρφωθεί ποτέ, ότι ένα κλειδί σημαίνει ανεξαρτησία αλλά και περισσότερο, την παραδοχή της γι’ αυτή την ανεξαρτησία που για την Άνκα σήμαινε από το έρχομαι και φεύγω ό,τι ώρα θέλω, μέχρι Σόδομα και Γόμορα, όταν αυτή θα απουσίαζε, που βεβαίως ποτέ της δεν είχε απουσιάσει εκτός από τη μέρα που εκτελέσανε τον Τσαουσέσκου και την γυναίκα του και μαζί σχεδόν με όλο το χωριό, βλέπανε και ξαναβλέπανε στις λιγοστές τηλεοράσεις των καφενείων με άγρια χαρά τα τεκταινόμενα εκείνης της ημέρας. Άσε που η πρόφαση της απαγόρευσης υπήρχε και ήταν μάλιστα αδιαπραγμάτευτη για την Άνκα.<br />- Εγώ τέτοια ευθύνη δεν την αναλαμβάνω, της έλεγε. Ας έρθουνε οι γονείς σου κι ας σου δώσουνε χίλια κλειδιά. Κλειδί στα δεκαοχτώ, της είπε. Για να μυρίσω τα δάχτυλα, της είπε πιάνοντας ξαφνικά το δεξί της χέρι και μυρίζοντάς το σαν σκυλί φέρμας να βρει ίχνη καπνού αφού τόσα και τόσα γινότανε πια σ’ όλο τον κόσμο, τα βλέπανε στη τηλεόραση που καθημερινά τους βομβάρδιζε από παντού. Όσο περνούσανε οι μήνες τόσο και πιο πολλά νοικοκυριά την αποκτούσανε. Τους είχε φτάσει πια σε απόσταση αναπνοής. Μέχρι κι ο πεταλωτής Γιόν Μπάντεα αγόρασε κι αρχίσανε όλοι σιγά σιγά να παλαβώνουνε από την πληροφόρηση. Να σταυροκοπιούνται για τα τόσα που γινότανε στον κόσμο εν αγνοία τους. Να γουρλώνουνε τα μάτια τους από τα όσα απίστευτα βλέπανε και να κάνουνε συνέχεια τσκ τσκ τσκ, μήστητί μου Κύριε. Και οι πιο ψυλλιασμένοι από αυτούς ήδη να διαβλέπουνε δεινά και να αποκαλούνε χαζοκούτι το ωραιότερο πράμα που μπήκε στη ζωή τους εδώ και λίγα χρόνια.<br />Η μικρή πιάστηκε τραγουδώντας - μανία αυτό το παιδί με τα τραγούδια - να ετοιμάζει τα μαθήματα της επόμενης μέρας μέχρι να στρώσουνε να φάνε. Αφού τελειώσανε το φαγητό ξαναπιάστηκε και πάλι με τα βιβλία της και η Άνκα πήρε να αποτελειώσει την πίτα. Την έβαλε στο φούρνο, πήρε βελόνα και κλωστές κι άρχισε να μπαλώνει καλτσάκια της εγγονής. Τι διάολο, πως τα καταφέρνουνε και λιώνουνε τόσο γρήγορα. Λες και σκοπός τους είναι αυτός, να τρέχουνε ολημερίς για να χαλάνε κάλτσες και παπούτσια. Κατά τις εφτά η μικρή την ξάφνιασε.<br />- Γιαγιάκα μου, της είπε. Πάω στο τηλεγραφείο. Έχω κλήση από τον πατέρα μου.<br />- Α, ναι; Της είπε κάνοντας τη χαρούμενη ενώ αναρωτιότανε πως και ήτανε αυτό. Πώς και τους θυμήθηκαν αφού πάνω από μήνα είχανε να δώσουνε σημάδια ζωής. Και καλά γι’ αυτήν. Ποιος νοιάζεται γι’ αυτήν. Αλλά διάολε, έχουνε κι ένα παιδί. Θύμωσε κι άρχισε πάλι να τα βάζει με τη Μάρσα τη νύφη της, που μόνο στα λεφτά είχε το νου της. Να γυρίσουμε, λέει, πλούσιοι. Οικονομημένοι. Με κανέναν πούστη πάνω από το κεφάλι τους. Λες και η κόρη τους ήτανε μηχάνημα σαν εκείνα που έχουνε στα καζίνα. Να την ταϊζουνε κατοστάρικα για να τους αγαπάει. Εκεί θα καταντήσουν, κατέληξε αποχαιρετώντας την με τη γνωστή επωδό.<br />- Μην αργήσεις γιατί σ’ έφαγα.<br />Έτσι πως την είδε να φεύγει ανάλαφρη και χαρούμενη κι επειδή ως γνωστόν η καχυποψία δίνει μια αίσθηση ατέλειωτης γνώσης και εμπειρίας σ’αυτούς που τη διαθέτουνε σε ισχυρότατη δόση, άρχισε και πάλι να αναρωτιέται όπως και κάθε φορά που την έβλεπε να φεύγει, αν της έλεγε αλήθεια ή πήγαινε να συναντήσει μορφονιούς, που σχεδόν στην αρρωστημένη από την αγαμία φαντασία της, τους φανταζότανε μεγάλους στην ηλικία, κακούς κι έτοιμους για τα όσα πάντοτε απευχότανε. Αϊ στο διάολο, σκέφτηκε. Γιατί να μη μου λέει την αλήθεια. Ηρέμησε σκατόγρια, είπε μέσα της. Στον πατέρα της πάει. Αϊ σιχτίρ, είπε θα το κόψω. Δεν πρόκειται να ξανασκεφτώ τίποτα. Κατέβασε ένα μπουκάλι ρακί από το πάνω ντουλάπι της κουζίνας, εντριβές ήτανε η επίσημη ονομασία της ύπαρξής του, το ακούμπησε θυμωμένη στο τραπέζι, έκοψε ένα κομμάτι από τη ζεστή ακόμα πίτα της κι άρχισε αμίλητη να διασταυρώνει γουλιές και μπουκιές.<br />Ήτανε θυμωμένη χωρίς να ξέρει το γιατί. Κι ούτε ήθελε να παραδεχθεί ότι η αόριστη ανησυχία για την τύχη της Ραλούκας ή τα καμώματα της εγγονής φταίγανε για τα νεύρα της. Την κύκλωνε ένα αίσθημα εγκατάλειψης. Και μη μπορώντας να το συνειδητοποιήσει τα έβαζε με τα καθημερινά μικροπράγματα που της συνέβαιναν και που σαν αποτέλεσμα είχανε να ξεσπά στην τύχη της ή στην εγγονή της. Πιανότανε από μια λέξη ή κάτι που της τύχαινε, το φούσκωνε, το χτυπούσε αλύπητα από δω κι από κει, τρύπωνε στα λογικά και στα παράλογα, έπιανε τα χειρότερα που κι αυτά με τη σειρά τους την οδηγούσανε σε άλλα χειρότερα. Κοντολογίς έφτανε να δηλητηριάζει τη ζωή της με πράγματα που δεν έγιναν ενώ μπορούσανε να γίνουν και με πράγματα που έγιναν ενώ μπορούσανε να μη γίνουν. Με το νου της μόνιμα στην κακιά μοίρα και που σίγουρα υπόλογος γι’ αυτό ήτανε τα πιο κοντινά της πρόσωπα, συναπαντούσανε σ’αυτό τον απύθμενο δρόμο του νου, συμφορές και λάθος γεγονότα για να τα ξορκίσει αλλά και για να θυμώσει περισσότερο. Πράγμα που το είχε φαίνεται ανάγκη να ξεπερνά τη θλιβερή της πραγματικότητα. Όμως και μη θέλοντας να ξεκόψει από αυτή, αφού και ο Μιχάλης όταν αποφάσισε με την κόρη του να φύγει στην Ελλάδα, αλλά κι ο γιός της – άφηνε απ έξω τη νύφη της - όταν φύγανε για τη Γερμανία, την παρακαλούσανε να πάει μαζί τους.<br />- Να πάτε στην ευχή του Θεού, τους είπε. Για μένα ότι δεν είναι η πατρίδα μου, είναι ζούγκλα. Κι έπειτα, μετανάστης στα γεράματα δεν γίνομαι.<br />Η εγγονή της γύρισε πιο γρήγορα απ’ότι την περίμενε, ή είχε αυτήν την εντύπωση κάτω από την επίδραση της ρακής που ξεχειλώνει ή μαζεύει το χρόνο ανάλογα με τα αισθήματα που ποτίζει. Της έφερε χαιρετίσματα. Της είπε πως θα ερχότανε αρχές Οκτώβρη για δέκα μέρες, τόση μόνο άδεια τους δίνανε. Πάλι καλά, σκέφτηκε η Άνκα. Και πως θα την παίρνανε μαζί τους στην Στουτγάρδη να συνεχίσει εκεί το σχολείο της, σε ένα ελληνικό σχολείο, μια που ήξερε καλά τη γλώσσα από τον Μιχάλη που της την έμαθε, επιμένοντας για το ότι ήταν η πιο όμορφη γλώσσα του κόσμου. Και ότι τώρα πια θα την παίρνανε κι αυτή μαζί τους, ήθελε δεν ήθελε. Μη μου πεις ότι μ’ αγάπησε ξαφνικά η νύφη μου, ξανασκέφτηκε η Άνκα κι ότι τέλος η Στουτγάρδη είχε περισσότερους Ρουμάνους από ότι όλη η Ρουμανία και είχανε και συλλόγους και κάνανε και γιορτές, ζωή χαρισάμενη την περίμενε λέει. Έκοψε τη φόρα της εγγονής της.<br />- Ούτε κουβέντα. Εγώ θα μείνω εδώ, της είπε κι άιντε τώρα στο κρεβάτι σου γιατί άργησες. Που δεν άργησε, αντίθετα ήρθε και πολύ νωρίτερα, αλλά που έπρεπε η Άνκα να κρατά τα γκέμια γιατί έτσι κι αυτή μικρή ένοιωθε τους δικούς της στο πετσί της κι έτσι έπρεπε να κάνει και η ίδια και κάθε άλλος τρόπος της φαινότανε αφύσικος.<br />Η μικρή πεισμωμένη από τον τρόπο της γριάς πήρε δυό τρία βιβλία και κλείστηκε στο δωμάτιο, φορτώνοντάς την τύψεις για τα όσα απότομα της πέταξε κόβοντας κάθε γέφυρα. Τι μου φταίνε γαμώ τη φύτρα μου οι άλλοι, μουρμούρισε τρώγοντας τα νύχια της και προσπαθώντας να βρει τρόπο να μαλακώσει τη μικρή.<br />Οι πληροφορίες της εγγονής την τυλίξανε σαν δίχτυ που δεν ήξερε αν έπρεπε να το εκλάβει ως προστασία ή βρόχο. Η αδιαπραγμάτευτη θέση του γιού της αλλά και της νύφης της, αφού η εγγονή τής μετέφερε έναν σαφέστατο πληθυντικό, έκανε να ξυπνήσουν - όχι πως είχανε κοιμηθεί - αισθήματα που από τότε που φύγανε στη Γερμανία, θαμπώνανε συνεχώς, βοηθούσης εδώ που τα λέμε και της στάσης τους, που ούτε γράμμα ούτε γραφή, παρά μόνο αριά και που τηλέφωνα. Γράφουνε παιδάκι μου οι άνθρωποι. Γράφουνε. Όχι μ’αυτά τα μαύρα κόκαλα που σου τρυπάνε το αυτί και κατεβάζουν με αν κλικ τα κεπέγκια τους όποτε αυτά θέλουν.<br />Ξαναγέμισε το ποτήρι της. Δεν ήθελε να αφήνει αναπάντητα ερωτήματα κι ούτε το είχε συνήθιο να αργεί στις αποφάσεις της. Αντίθετα με τους υπόλοιπους πίστευε ότι δεν έπρεπε να σκέφτεται αρκετά πριν αποφασίσει. Όσο αργούσε να πάρει μιαν απόφαση τόσο περισσότερο νερουλή θα ήτανε αυτή και έξω από τον χαρακτήρα της. Δεν ήθελε ποτέ της να βλέπει ψύχραιμα τα πράματα και πίστευε πάντα στις φουρτούνες της με ό,τι καλό ή κακό κατέβαζαν αυτές.<br />Παράλληλα όμως με το ευχάριστο συναίσθημα της επιβεβαίωσης για την αγάπη που της τρέφανε, υπήρχε όγκος δυσθεόρατος, ο φόβος της για το άγνωστο που θα είχε ως επακόλουθο τον ξεριζωμό της από την πατρώα γη. Εδώ αισθανότανε τα πράματα γύρω της όχι τόσο με την όραση ή την ακοή, όσο με την αόρατη αύρα που βρισκότανε ανάμεσα σ’ αυτήν και τον κόσμο της. Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε ανάμεσα σ’ αυτά από την πρώτη ώρα που γεννήθηκε, την γεμίζανε σιγουριά. Ήθελε τις φωνές και τους τριγμούς του δάσους σαν απαραίτητους θορύβους που θα συνοδεύανε το τάισμα των ζωντανών και τη λάτρα του σπιτιού. Το συναπάντημα ξανά και ξανά των ίδιων ανθρώπων στο χωριό, της έδινε τη σιγουριά πως θέλανε δεν θέλανε, θα ήτανε φύλακες και συμπαραστάτες σε ό,τι κακό θα της τύχαινε. Και οι ίδιοι δρόμοι με τους ίδιους ανθρώπους στις ίδιες σχεδόν κάθε μέρα κινήσεις τους, την κάνανε να νιώθει απαραίτητη σ’αυτό το καθημερινό κούρντισμα του ρολογιού που το λέγανε ρουτίνα και εξόρκιζε τα απρόοπτα. Άδειασε το ποτήρι της με μια γρήγορη γουλιά, έβαλε σε ένα πιάτο τρία κομμάτια πίττα και μπήκε στο δωμάτιο της εγγονής να της ανακοινώσει τις αποφάσεις της. Η μικρή έδειχνε ακόμα θυμωμένη.<br />- Έλα της είπε, μην ακούς τι λέω. Μην κοιμάσαι νηστική. Στάθηκε στο παράθυρο κοιτώντας έξω τη νύχτα. Δεν μπορώ Σιμόνα μου, της είπε. Δεν είμαι για ταξίδια κι αλλαγές. Εσύ να πας και καλά θα κάνεις. Κι άμα είναι να βρω εκεί Ρουμάνους, να μου λείπει. Τους έχω κι εδώ. Άλλωστε η θέση σου είναι με τους γονείς σου. Όλα τα σκέφτεται ο Θεός. Αν οι γέροι μπορούσανε να μεγαλώσουνε παιδιά τότε θα τα γεννούσανε κιόλας.<br />Ανακοίνωσε την απόφασή της με ένα δάκρυ να της θολώνει τα μάτια, μη ξέροντας αν οφειλότανε στο αλκοόλ ή στην σοβαρότητα της στιγμής. Βγήκε με βαριά βήματα αφήνοντας την εγγονή της να συνεχίσει τα όνειρα που ξαφνικά σταμάτησε με την είσοδο της και που είχανε να κάνουνε με ό,τι καλύτερο μπορούσε να σκεφτεί. Γερμανία λέει, για φαντάσου.. Άρχισε να την καταλαμβάνει ευχάριστα εκείνο το αίσθημα που γλυκαίνει το σώμα από τον οισοφάγο μέχρι βαθιά στο στομάχι και κάνει να γουργουρίζουμε από ευτυχία.<br />Συμμάζεψε λίγο την κουζίνα, τοποθέτησε την πίτα στον κρύο πια θάλαμο της μασίνας και πήρε να βάλει στη θέση του το θυμιατό.<br />- Θεέ και Κύριε, μουρμούρισε, τόσες ώρες κι ακόμα ζεστό. Ποια ψυχή να τυραννιέται. Κι αφού γι’ αυτόν που το άναψε, τον κουβαλούσε χρόνια μέσα της ζωντανό κι έπειτα πεθαμένο, άρχισε να ψιθυρίζει προσευχές. Έβαλε μια πρέζα θυμίαμα στη ζωντανή ακόμα κάφτρα και πήρε ξανά βόλτα όλα τα δωμάτια να ξορκίσει και πάλι το κακό που, όπως και νάχουνε τα πράματα, δεν είναι κανείς να τα βάζει μαζί του κι ούτε να του αντιστέκεται παρά να το μπουκώνει με προσφορές. Γιατί ο θάνατος του δίνει μια δύναμη ανελέητη έξω από τα μυαλά ή και τη φαντασία ακόμα των ζωντανών, άκριτη και παράλογη που ούτε καν το ακουμπούσανε οι θλιβερές για τη ζωή τους επικλήσεις των ανθρώπων.<br />Το σώμα της δεν έλεγε να χαλαρώσει από την ώρα που είχε ξαναπάρει στα χέρια της το ζεστό θυμιατό. Το άφησε μέσα στον νεροχύτη, μακριά από κάθε επικίνδυνη εστία που θα μπορούσε να το ξαναζωντανέψει, ούτε λόγος να το σβήσει με βία ή με νερό - δεν παίζουνε με τις ψυχές των πεθαμένων - ξαναγέμισε το ποτήρι της, στην υγειά σας, πήγε να πει αυθόρμητα και καλό κατευόδιο, αποτέλειωσε την ευχή μαζί με το ποτήρι. Ύπνο Άνκα πρόσταξε στον εαυτό της. Τα ζωντανά δεν ξέρουνε από μνημόσυνα κι ευτυχώς δεν έχουνε κι αναμνήσεις και πήγε στο καμαράκι της να ξαπλώσει για να της φύγουνε τα όσα κουβαλούσε καλώς ή κακώς, δεν ήξερε κι αυτή τι να αποφασίσει. Και τα κοκόρια από νωρίς πιάνανε δουλειά και χαλούσανε τον κόσμο κάθε μέρα.<br />…<br />Τα δυνατά χτυπήματα στην πόρτα την ξυπνήσανε τρομαγμένη. Αφουγκράστηκε για λίγο κι ένιωσε την καρδιά της να κλωτσά όταν τα χτυπήματα ξανακούστηκαν δυνατότερα. Σηκώθηκε βιαστικά, έριξε κάτι στην πλάτη της και,<br />- Ποιος είναι τέτοια ώρα, είπε θυμωμένα ξεμανταλώνοντας την πόρτα κι ανοίγοντάς τη λίγο, ποιος ήταν αυτός που τέτοια ώρα ζητούσε την ανάγκη της.<br />Ένας ψηλός ξερακιανός με μάτια σκούρα στο χρώμα της νύχτας σαν από χρόνια αόμματος, την κοίταζε κοιτώντας πίσω κι απ’ αυτήν, λες κι έψαχνε πράγματα θολά και μέσα από στάχτες.<br />- Τι θέλεις χριστιανέ μου τέτοια ώρα. Ποιόν ζητάς. Του είπε η Άνκα σιάχνοντας το πανωφόρι της να κρύψει τη ζεστή από τον ύπνο νερουλιασμένη λευκή σάρκα.<br />- Τον Μιχάλη Τερζή, της είπε στα ελληνικά, σηκώνοντας το κεφάλι του με τις κινήσεις της οχιάς, εξερευνώντας πίσω από τους ώμους της Άνκας. Μου είπανε πως μένει εδώ. Η γριά ανατρίχιασε.<br />- Ποιος είσαι χριστιανέ μου, τον ξαναρώτησε πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό του για να τον δει καλύτερα στο χλωμό φως που άφηνε η λάμπα του σαλονιού. Ο Τερζής έχει μήνες που συγχωρέθηκε. Ποιος είσαι;<br />- Δεν με ξέρεις της είπε ο επισκέπτης της, συνεχίζοντας να ψάχνει με το βλέμμα του το δωμάτιο. Τον θέλω. Αφήσαμε κάτι λογαριασμούς ανοιχτούς.<br />Μιλούσε σαν να μην την άκουγε. Σαν να μην φτάνανε οι ερωτήσεις της στ’ αυτιά του. Η Άνκα που προς στιγμήν σκέφτηκε να τον μπάσει μέσα σαν συγχωριανό του πεθαμένου, στο άκουσμα των λογαριασμών, στένεψε περισσότερο το άνοιγμα της πόρτας.<br />- Πέθανε σου λέω, δεν το καταλαβαίνεις;<br />- Όχι, της είπε. Δεν πέθανε. Είχε χρέη, πολλά χρέη. Κι όσοι χρωστάνε δεν πεθαίνουνε έτσι εύκολα.<br />Έβγαλε την τραγιάσκα που φορούσε και με ένα βρώμικο μαντήλι σκούπισε το ξασπρισμένο του κούτελο.<br />- Όταν τον δεις να του πεις ότι τονε θέλω, της είπε βγάζοντας από την πλαϊνή τσέπη του αμπέχονού του ένα κομμάτι χαρτί με ποτισμένο από το μελάνι ένα όνομα και μια διεύθυνση. Της το έδωσε κι έπειτα, καληνύχτα, της είπε, θα τον περιμένω. Στα δύο βήματα κοντοστάθηκε, γύρισε και την πρόλαβε πριν κλείσει την πόρτα. Κι αν πέθανε όπως λες, δεν αλλάζει τίποτα. Τότε στα σίγουρα θα βρεθούμε.<br />Μαντάλωσε την πόρτα βιαστικά, άφησε το χαρτί στο τραπέζι της κουζίνας, το πρωί θα τα σκεφτότανε καθαρότερα και μπήκε βιαστικά στο κρεβάτι της τρέμοντας για να ξεχάσει τα όσα έγιναν. Τα μάτια του βραδινού επισκέπτη είχανε καρφωθεί βαθιά μέσα της και δεν έφευγαν με το να στριφογυρίζει στο κρεβάτι της. Πίεζε τα βλέφαρά της για να κοιμηθεί με το ζόρι.<br />Πολύ πριν χαράξει σηκώθηκε και πλησίασε στο τραπέζι όπου είχε ακουμπήσει το χαρτί. Δεν βρήκε τίποτα όσο κι αν έψαξε γεμάτη ταραχή κι ένοιωσε την τρίχα της να σηκώνεται όρθια κι άρχισε πάλι με ψαλμούς να ξορκίζει τα όσα από βραδύς έγιναν ή δεν έγιναν και ήτανε στο μεθυσμένο της μυαλό, καταλήγοντας πως όσο καταπιάνεται κανείς με τους πεθαμένους τόσο πιο πολύ τα χάνει και τον παίρνουνε φαλάγγι τα φαντάσματα. <img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-7441921937122312897?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/11/%ce%a0%ce%9f%ce%99%ce%97%ce%9c%ce%91%ce%a4%ce%91</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: ΠΟΙΗΜΑΤΑ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/11/%ce%a0%ce%9f%ce%99%ce%97%ce%9c%ce%91%ce%a4%ce%91"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ   69     ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ<br />Παντού  όπου σε κρατούσα πληγές.<br />Αστείο  βέβαια από μια μεριά για την ηλικία μου,<br />αλλά φαίνεται ο χρόνος είναι πουλί<br />που κάνει κύκλους συνέχεια.<br /> Έτσι και τώρα ακόμα κάθε βράδυ<br /> η Ψαμμάθη του Γιώργου Καφταντζή κι ο ύπνος μου<br /> κατάντησαν μια τέλεια διαφάνεια.<br /> Ειδικά στη περίπτωσή μου,<br /> ο Σεπτέμβρης κι εγώ, ταχθήκαμε<br /> να ζούμε στο ίδιο στεγανό κιβώτιο.<br /><br /><br /> ΙΟΥΛΙΟΣ   70    ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ<br /> Ένα μεσημέρι<br /> από εκείνα που δεν ξέρεις αν φταις ή ελπίζεις<br /> κι αν τα δέντρα ριζώνουν ακόμα<br /> με μιαν ωχρήν υπομονή,<br /> άρχισαν να σηκώνουν το νεκρό στη γειτονιά της Βεατρίκης.<br /> (Την ίδια ώρα όπου αυτή διαφέντευε<br /> από το παράθυρό της το απόγευμα - καραβοκύρης,<br /> ωραία - με τον ήχο του σπαραγμού).<br /> Ίσως έλεγες, οι παρούσες συνθήκες<br /> να μεγαλύνουν κάθε ανάστημα<br /> και ν'αφήνουν τον έντονο αναστεναγμό<br /> να γλιστρά ήσυχα κι οδυνηρά<br /> από την άκρη της επιστασίας της.<br /> Τρεις μέρες αργότερα,<br /> έπεσα με πολύ πυρετό ανήμπορος<br /> στο τελευταίο τραπεζάκι του καφενείου,<br /> να χρωστώ της μνήμης μου<br /> γεγονότα παλιά και παρωχημένα.<br /> Ελπίδα μου Βεατρίκη...<br />  Πολύ αργότερα έμαθα πως καθότανε στο Βαρδάρι.<br /><br />  ΣΕΠΤΕΒΡΗΣ   71    ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ<br />  Για τη κοπέλα που σου έλεγα πως θα παντρευόμουνα,<br />  δεν την ξανάδα από ένα μεσημέρι<br />  που πήγαμε στη θάλασσα.        <br />  Ετσι χωρίς τίποτα, γύρισε, με κοίταξε παράξενα κι έφυγε.<br />  Τότε κατάλαβα πως μου έμενε<br />  λίγος καιρός ακόμη για έρωτες.<br />  Ύστερα μένουν κάτι ξερά φιλιά<br />  κι ένας πόνος στα δάχτυλα από βιολέτες που έσβησαν.<br />  Ίσως να έφταιξα εκείνο το μεσημέρι.<br />  Το βλέπω ολοένα και περισσότερο,<br />  στα γλυκά μάτια των γυναικών που παντρεύτηκαν.<br />  Στο φθινόπωρο που ήρθε φέτο μ'ένα χρώμα σταχτί.<br />  Στις κλειστές πόρτες των σπιτιών. Στη μνήμη...<br />  Σίγουρα έφταιξα.<br />  Γιατί εκτός από τη καρδιά μου και τα μάτια μου,<br />  τίποτ'άλλο δεν είχα δώσει σ'εκείνο το κορίτσι.<br /><br /><br />  ΣΕΠΤΕΜΒΡΗΣ   71    ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ<br />  Θα μου γράψεις πάλι για τη μισοτέλειωτη οικοδομή.<br />  Για τους εργάτες<br />  που αργούν στη σκάλα ή στο χαρμάνι.<br />  Για ακακίες που έσπειρες.<br />  Κι ούτε λόγος για ταξίδια. Ρίζωσες φίλε μου.<br />  Αν τώρα βρισκόσουν εδώ,<br />  θα σ'έφερνα βόλτα στο δωμάτιό μου<br />  να κοιτάξεις τις φωτογραφίες στους τοίχους.<br />  Πίνακες καλλιτεχνών που κάποτε είχαν ελπίδες.<br />  Τα χαρτιά μου. Τελικά όλα όσα νοιώθω<br />   να γυροφέρνουν μέσα μου<br />   Σε μένα δεν μπορεί πια κανείς να ξεχωρίσει<br />   τη νευρικότητα από τη θλίψη.<br />   Μόνο ζω με κείνο το ακαθόριστο αίσθημα<br />   που με πλακώνει σα πιστή γυναίκα.<br />   (Λυγμός νομίζω ή κάτι τέτοιο).<br /><br /><br />   ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ   72    ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ<br />   Λέω ν'αφήσω ένα μουστάκι θεόρατο<br />   από εκείνα που έγινα της μόδας<br />   κι ανακατώνονται<br />   με τα όνειρα των κοριτσιών<br />   που βασανίζονται τώρα στα κουτουκάκια.<br />   Τελικά όλο κι αλλάζω γνώμη<br />   κι επιμελώς ξυρίζομαι σχεδόν κάθε πρωί.<br /><br /><br />   ΔΕΚΕΜΒΡΗΣ   73    ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ<br />   Λογοδοτώ χρόνια τώρα για βιασμούς<br />   κι ούτε τάχθηκα ποτά για άλλα ψηλότερα έργα<br />   παρά μένω σ'ενα σπίτι παλιό<br />   με γυναίκες από γατίσια αισθήματα<br />   κι ανάλογες ερωτικές επιθυμίες.<br />   Ολοι τελικά παίζουν το παιχνίδι σωστότερα από μένα.<br />   Ολοένα όλοι απομακρύνονται παίζοντας<br />   με νου αλώβητο απέναντι σ'εναν τετιμημένο<br />   για τα νυν υπάρχοντα βάσανα.<br /><br /><br />   ΧΕΙΜΩΝΑΣ   75    ΣΕΡΡΕΣ<br />   Αργά κάθε απόγευμα το καλοκαίρι που μας πέρασε<br />   Οι σεμνά προσερχόμενοι ηδονοθήρες των καημών<br />   Μιλούσαν για εικονίσματα<br />   Που αναρτήθηκαν πλέον<br />   Σε θέση περισπούδαστη στην καρδιά μου.<br />   Αύριο πάλι. Κι έπειτα<br />   Ολη νύχτα με το τρικάταρτο ΑΓΙΑ ΕΡΑΤΩ<br />   Σε λίγο θα τραγουδώ ακουμπισμένος<br />   Στις τοξωτές πρύμνες των μικρών καφενείων<br />   που περιδιαβαίναμε ανήξεροι.<br />   Καιρός πια<br />   αργά και με περίσκεψη<br />   ν'αρχίσω να συνάζομαι.<br /><br /><br />   ΧΕΙΜΩΝΑΣ   82    ΣΕΡΡΕΣ<br />   Ολονύκτια ταξίδια με τα βαριά φορτηγά<br />    Να βουλιάζεις μισός στον οδηγό<br />    που μπλέκεται με καψαλισμένους καημούς<br />    Και μισός στη χρόνια δοκιμασία.<br />    Προ πολλού χάσαμε την ίσαλο γραμμή<br />    Και το πρωινό<br />    Με τους λέοντες της εθνικής οδού μαδημένους<br />    από ένα προορισμό που δεν τον πιστεύουν<br />    να κορνάρουν αλάνικα<br />    φτάνοντας στη ρίζα της Αχαρνών.<br />    Κι εσύ<br />    αφού σ'αφήσανε στη στάση<br />    για να πάρεις το πρώτο υπηρεσιακό<br />    το μυαλό σου και πάλι<br />    στη χαίνουσα πληγή της ήττας<br />    και το ίδιο βιολί φυγή, με δόλωμα<br />    την ανατροπή του συσχετισμού των δυνάμεων.<br /><br /><br />    ΧΕΙΜΩΝΑΣ   86   ΣΕΡΡΕΣ<br />    Χαράματα έπεσα μαλακά στη κοιλιά σου<br />    φορώντας ένα μακρύ κασκόλ σαραντάπηχο<br />    από ανοιχτόχρωμο παλιό μαλί<br />    και είδα στα πόδια σου γάτες και πανίσχυρα τρωκτικά*<br />    Τα πρωινά γαλατώνανε με τις μυρωδιές της νύχτας<br />    και η Λέσβος ξεμάκραινε<br />    για τα παράλια της Αφρικής<br />    όπου περίμεναν<br />    γυάλινα μπαράκια με νυσταγμένους ροκάδες<br />    και ΝΙΚΟΝ γιαπωνέζους ολόγυρα.<br />    Υστερα, όταν πληρώσαμε όλους τους λογαριασμούς<br />     έφυγα με μια κλινάμαξα δυστυχώς στην ώρα της<br />     και Χαλκιδικιώτικο κρασί.<br />     Ολα ξαναγυρνούν στο τόπο τους<br />     αφελώς φορτισμένα με ανεμόμυλους.<br />                                 *Βλέπε ιδιαίτερα στο λήμα: Σαράκι.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-6961196077698481642?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/10/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82_%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%82_%ce%9c%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%9a%ce%9f%ce%9c%ce%99%ce%a3%ce%95%ce%99%ce%a3</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: Κριτικές στις ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/10/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82_%cf%83%cf%84%ce%b9%cf%82_%ce%9c%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%9a%ce%9f%ce%9c%ce%99%ce%a3%ce%95%ce%99%ce%a3"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGyH5fXxPI/AAAAAAAAANg/eb8mL0XZK4c/s1600-h/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.11.gif"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGyH5fXxPI/AAAAAAAAANg/eb8mL0XZK4c/s400/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.11.gif" /></a><br /><a href="http://4.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGx5RwDBiI/AAAAAAAAANY/VF6SFNjZ15s/s1600-h/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.9.gif"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGx5RwDBiI/AAAAAAAAANY/VF6SFNjZ15s/s400/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.9.gif" /></a><br /><br /><a href="http://3.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGxhqRV_MI/AAAAAAAAANQ/8bYGhq6KgVg/s1600-h/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.8.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGxhqRV_MI/AAAAAAAAANQ/8bYGhq6KgVg/s400/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.8.jpg" /></a><br /><br /><br /><a href="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGw3WPZdOI/AAAAAAAAAM4/aWWJ_5E0UHY/s1600-h/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.5.gif"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGw3WPZdOI/AAAAAAAAAM4/aWWJ_5E0UHY/s400/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.5.gif" /></a><br /><br /><br /><br /><a href="http://4.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGwp94h2CI/AAAAAAAAAMw/9f8NHAJSgqI/s1600-h/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.4.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGwp94h2CI/AAAAAAAAAMw/9f8NHAJSgqI/s400/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.4.jpg" /></a><br /><br /><br /><br /><br /><a href="http://1.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGv5_LyeYI/AAAAAAAAAMo/W_sW5iX2Gpg/s1600-h/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.3.gif"><img src="http://1.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGv5_LyeYI/AAAAAAAAAMo/W_sW5iX2Gpg/s400/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.3.gif" /></a><br /><br /><br /><br /><br /><br /><a href="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGvXaxh1MI/AAAAAAAAAMg/cUqo-B0qcDk/s1600-h/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.1.JPG"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGvXaxh1MI/AAAAAAAAAMg/cUqo-B0qcDk/s400/%CE%9A%CF%81%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE+%CE%B2%CE%B9%CE%B2%CE%BB%CE%AF%CE%BF%CF%85.%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.blog.1.JPG" /></a><br /><br /><br /><br /><br /><br /><br /><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-7834092627631852760?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/05/%ce%a4%ce%bf_%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf_%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b9</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: Το ρεμπέτικο τραγούδι</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2009/02/05/%ce%a4%ce%bf_%cf%81%ce%b5%ce%bc%cf%80%ce%ad%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%bf_%cf%84%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%bf%cf%8d%ce%b4%ce%b9"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://4.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGkvhX2AyI/AAAAAAAAAMI/Wwvz9wRw-dc/s1600-h/Untitled-2.jpg"><img src="http://4.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGkvhX2AyI/AAAAAAAAAMI/Wwvz9wRw-dc/s400/Untitled-2.jpg" /></a><br /><br />ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (Η Γέννηση και ο θάνατός του)<br />Εφημερίδα ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ της 3.3.1973<br />(Αναδημοσίευση στο βιβλίο της Γκαίηλ Χόλστ «ΤΟ ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ» Εκδόσεις Ντενίζ Χάρβεϋ, Λίμνη Ευβοίας, 1977)<br /><br />Πιάνοντας κανείς να μιλήσει για ένα θέμα όπου η ιστορία της μουσικής του τόπου μας ακόμα δεν αποφάσισε να το καταχώριση στα αρχεία της, έχει οπωσδήποτε μια ιδιαίτερη ευθύνη, αφού κι η βιβλιογραφία σπανίζει κι η πληγή είναι ακόμα ανοιχτή. Παράλληλα όμως, έχει και το πλεονέκτημα πώς όσο σωστότερο μιλά, δεν αποδίδει τιμές αλλά λύνει μια παρεξήγηση. Τα ρεμπέτικα τραγούδια πρέπει να βοηθήσουμε να πάρουν τη θέση τους.<br />Στα χρόνια του, εκείνα που του στερούσαν την επαφή μ' ένα ευρύτερο κοινό, όπως η λογοκρισία, oι ανεπίσημοι μικροδιωγμοί και ο υποτιθέμενος ανήθικος χαρακτήρας των εκτελεστών του, μετασχηματίσθηκαν μετά το 1950, χαρακτηρίζοντας πια το ίδιο το ρεμπέτικο τραγούδι σαν κοινωνικά ανήθικο μουσικό υποπροϊόν.Εδώ και λίγα χρόνια μόνο, κι όταν ένας-ένας οι δημιουργοί του πεθαίνουν, το πλατύτερο κοινό κατάλαβε πώς άφησε να πέρασει ένα ποτάμι ανάμεσα από τα χέρια του χωρίς να δροσιστεί.<br />Σιγά και με περίσκεψη πρέπει ν' αρχίσει η αποκατάσταση.<br />Στις αρχές του αιώνα, το δημοτικό μας τραγούδι φαινόταν ακόμα πώς ήταν οργανικά δεμένο με τον λαό, όχι τόσο στην ύπαιθρο όπου κυριαρχούσε αδιαφιλονίκητα, όσο και μέσα στις πόλεις αφού κράτησε σε συνοχή το έθνος στο χρόνια της τουρκοκρατίας όπου και γεννιότανε, μετά την απελευθέρωση και για πολλά χρόνια ακόμα, φαινόταν να δρέπει τους καρπούς των δύσκολων χρόνων.<br />Όμως κάθε τέχνη κι επόμενα η μουσική σαν πιο ευαίσθητος δέκτης, αντρώνεται φυσιολογικά μόνο σαν υπάρχουν γενεσιουργά αίτια και μια βαθύτερη ανάγκη υποδοχής.<br />Ο αιώνας μας, στις αρχές του, έκλεινε μια ηρωική εποχή έχοντας μέσα του το σπέρμα πλούσιο για την ανακατανομή των αξιών. Οι μεγάλες πόλεις πολλαπλασιάζοντας καθημερινά την εργατική τάξη, νιώθουν την ανάγκη νέων μέσων έκφρασης αφού καθιέρωσαν νέες συνθήκες. Μέρα με τη μέρα ο άνθρωπος αρχίζει να μαντρώνεται και να ζει σιωπηλά. Δεν γίνεται πια λόγος για ρωμαίικα γλέντια και η σκληρή ανάγκη των πραγμάτων, λίγο ασυνείδητα λίγο ηθελημένα, αρχίζει να γεννά τους κοινωνικούς καημούς.<br />Όπως, όμως, η ύπαιθρος λίγο εφάπτεται αυτών των ουσιωδών αλλαγών, δουλεύοντας και ξαναδουλεύοντας το δημοτικό τραγούδι, η καλή κοινωνία των πόλεων νιώθει την αντικατάσταση κάτω από εντελώς διαφορετικές τάσεις, που προσιδιάζουν περισσότερο στην βελτίωση των καθημερινών καταπραϋντικών ανέσεων. Όσον αφορά στη μουσική, λέγονται καντάδα, ευρωπαϊκά ευρείας καταναλώσεως και ελαφράς επιθεωρήσεως.<br />Συνήθως οι αλλαγές δεν πιστοποιούνται στο χρόνο της υπάρξεως του (όπου απλώς επισημαίνονται), αλλά μετά από την οριστική απώλεια των προϋπαρχόντων.Ενώ λοιπόν η φύση των πραγμάτων οδηγούσε στον ουσιαστικό Θάνατο το δημοτικό άσμα στις πόλεις, από την άλλη μεριά ύποπτα νομοθετήματα αρχίζουν τους διωγμούς απέναντι στο νέο είδος μουσικής, ικανοποιώντας έτσι την καλοστεκούμενη τάξη που εκείνα τα χρόνια είχε πάντα μέσα της πρόχειρη μια δόση αηδίας για την παράνομη μουσική φιλολογία των μαχαλάδων.<br />Ίσως ασυναίσθητα να υπήρχε ο φόβος πώς αφού οι μουσικές της τρυφερότητες δεν μπορούσαν να ενταχθούν οργανικά σε μια εποχή που ξεπερνούσε γρήγορα τις δυνατότητες της, ζητώντας ογκωδέστερους στόχους, να πεθαίνει ξαφνικά ένα πρωί χωρίς κανένα σοβαρό κι ενηλικιωμένο διάδοχο. Τότε το ρεμπέτικο φαινόταν ακόμη νόθο στην ελληνική μουσική παιδεία.<br />ΤΙΤΛΟΙ ΚΑΤΑΓΩΓΗΣ<br />Τόποι που γεννήθηκε ήταν οι μεγάλες ελληνικές πόλεις, η Σμύρνη, η Κωνσταντινούπολη και η Αλεξάνδρεια. Αλλά εκείνο που βαραίνει περισσότερο, δεν είναι ο τόπος που γεννήθηκε αλλά ο τόπος που ολοκληρώθηκε. Έτσι, η Αθήνα, η Θεσσαλονίκη, το Ναύπλιο και λίγο αργότερα οι υπόλοιπες μεγάλες πόλεις της Ελλάδας, δουλεύανε κάθε βράδυ αυτό το τραχύ είδος μουσικής ώσπου το παρουσίασαν ώριμο πια και στη φόρμα και στο περιεχόμενο. Αν τώρα ζητήσουμε τίτλους καταγωγής, πρέπει να γυρίσουμε στις αρχές ακόμη του αιώνα. Εδώ, πέρα από τις ελληνικές πόλεις υπάρχουν και η Σμύρνη, η Πόλη, η Αλεξάνδρεια και το Αϊβαλί.<br />Ο,τι ξεκινά από δω, σπερματικό περιέχει βέβαια τη φόρμα της ωραίας τριακονταετίας του ρεμπέτικου (ιδιαίτερα κάτω από μια σκοπιά εξελίξεως και αυτών των τραγουδιών χρονικά), αλλά υπάρχει ανεξάρτητα και δεμένο με δημοτικά μουσικά στοιχεία του τόπου χωρίς να είναι δημοτικό.<br />Ιδιαίτερα για τη σύνθεση τους, το δημοτικό δανείζει περισσότερα μουσικά στοιχεία απ ο,τι ποιητικά, όπου τα δεύτερα αντιπροσωπεύουν όλο και σπανιότερα σύγχρονες ανάγκες και συχνότερα ένα στατικό θέμα σε σχέση με το χρόνο: τον έρωτα. Έτσι, πέρα από τις μουσικές επιδράσεις, που βρίσκονται διάχυτες σ' όλο τον πρώτο κύκλο, υπάρχουν ρεμπέτικα, που η κυριαρχούσα τους διάθεση έχει σαν αφορμή ένα στίχο κάποιου σμυρνιώτικου δημοτικού ή και αντίστροφα, η κυριαρχούσα διάθεση του σμυρνιώτικου μεταφυτεύεται στις εμπνεύσεις του λαϊκού σύνθετη. Το δεκαοχτάχρονο κορίτσι που έρχεται από ξένο τόπο και μακρινό, στο ρεμπέτικο γίνεται δωδεκάχρονο και παιδεύει με τον ίδιο τρόπο τον ερωτευμένο. Αλλά αυτό το μπόλιασμα σποραδικό υπάρχει σε ορισμένα μόνο τραγούδια, ενώ αντίθετα η σμυρνιώτικη δημοτική μελωδία διαμορφώνει τη πρώτη ρεμπέτικη περίοδο.<br />Καθώς όμως ο Ελληνισμός της Μικρά Ασίας δίνει τις μήτρες του για το ρεμπέτικο, η Κωνσταντινούπολη δεν μπόρεσε να κάνει το ίδιο με τους Ταταυλιανούς ρυθμούς, οι οποίοι, ενώ στην αρχή φανήκανε να ενσωματώνονται, λίγο αργότερα κι από τις πρώτες μέρες του ρεμπέτικου ακόμα, μείνανε ξέχωρα και προχώρησαν όσο μπόρεσαν να προχωρήσουν. Το 1935 ο Περιστερη και ο Τρίμης τα θυμούνται χωρίς επιτυχία.<br />Πολλά βέβαια οφείλονται στην Σμύρνη, αλλά θα ήτανε λάθος να πούμε πώς ο,τι πήρε στην αφετηρία του, το πήρε αποκλειστικά αποκεί. Γιατί στην ολοκλήρωσή του, παράλληλα συντέλεσαν κάτι μισοδιαμορφωμένα κουτσαβάκικα τραγούδια, αυτοσχέδια άσματα της φυλακής και πονηρά σιγοψιθυρίσματα από το μεράκι των χασικλήδων. Η Σμύρνη κατά κάποιο τρόπο ήταν η μουσική αφορμή μάλλον, κι όλοι οι άλλοι διαπλαστικοί παράγοντες οι βαθύτερες αιτίες. Αργότερα και στα χρόνια της ακμής του, αυτά που συντελούν είναι η πίκρα από την κοινωνική αδικία, η φτώχεια, ο ερωτάς και η φυλακή.<br />Από το 1938 περίπου και μετά, το ρεμπέτικο υπάρχει αυτοτελές και παίρνοντας πια ο,τι ήταν να πάρει, ξεκινά μόνο του. Λέμε 1938 όπως μπορούσαμε να πούμε και 1936 ή 1939. Δεν υπάρχουν σαφή όρια. Δεν είναι δύσκολο να ξεχωρίσει ένα ρεμπέτικο τραγούδι από τη σημερινή πληθωρική παραγωγή, όμως, όταν ρωτήσει κανείς μέσα του ποια είναι αυτά που το ξεχωρίζουν, εκεί υπάρχουν οι δυσκολίες και η αδυναμία προσδιορισμών.<br />Ασυναίσθητα η αισθητική του καθενός αφομοιώνει πολλά περισσότερα απ ο,τι νομίζει. Οι δυσκολίες τίθενται λίγο εκούσια, γιατί ο,τι κι αν πούμε πρέπει να 'χει όσο το δυνατόν λιγότερη σχέση με τη καθαρή μουσική σπουδή, αφού σήμερα αυτοί που σπουδάζουν μουσική είναι ελάχιστοι. Ουσιαστικό χαρακτηριστικό (χωρίς όμως να βοήθα τόσο στη ταξινόμηση και στο στεγανό διαχωρισμό των εποχών), είναι το γεγονός πώς, ενώ στους δυο πρώτους στίχους έχουμε μία και μόνο φωνή, στον τρίτο και τέταρτο υπάρχουν δυο ή και περισσότερες, όπου η μία συνήθως είναι γυναικεία. Σχεδόν πάντα όταν μπαίνουν κι άλλες φωνές, ακούμε και νέα μουσική φράση. Τέτοια τραγούδια βρίσκονται από το τέλος ακόμα της δεύτερης περιόδου και σ' όλη τη διάρκεια της τρίτης, κι όλοι σχεδόν οι σύνθετες, Τούντας, Μπαγιαντέρας, Χατζηχρήστος, Τσιτσανης, Παπαϊωάννου, ακολουθούν αυτό το δρόμο. Για παράδειγμα:Μια φωνή:<br />Καθαρίσαμε μου λες και θες να φύγεις<br />με βαρέθηκες και τώρα πια μ αφήνεις<br />Τρεις φωνές:<br />που θα πας που θα τα βρεις αλλού στρωμένα<br />και μου λες τα περασμένα ξεχασμένα.<br />(Σύνθεση του Τσιτσανη «Που θα πας, που θα τα βρεις αλλού στρωμένα» με την Νίνου, τον Τσαουσάκη και τον ίδιο τον σύνθετη, γραμμένο το 1948.)Ενίοτε η μονοφωνία περιορίζεται στον πρώτο, συνήθως δεκαπεντασύλλαβο στίχο:<br />Μια φωνή:<br />Το παράθυρο κλεισμένο, σφαλιγμένο, σκοτεινό<br />Δυο φωνές:<br />για ποιο λόγο δεν τ' ανοίγεις πεισματάρα να σε δω.<br />(Σύνθεση του Παπαϊωάννου «Άνοιξε γιατί δεν αντέχω» με την Μπέλλου και τον Στελάκη, γραμμένο το '48.)<br />Αργότερα, κι όσο περνούν τα χρόνια, κυριαρχεί η μονοφωνία στο κουλέ και μόνο στο ρεφρέν ακούγονται περισσότερες φωνές. Σημειώνεται εδώ πώς το ρεφρέν δεν υπήρχε στην πρώτη μορφή του ρεμπέτικου και φαίνεται πια μετά το 1940, πιθανότατα απ τον Τσιτσανη.<br />Με την κυριαρχία της μονοφωνίας, το ρεμπέτικο αρχίζει να αισθάνεται τη μοναξιά του σε μια εποχή όπου πια η κοστολόγηση του τραγουδιστή αρχίζει να υπολογίζεται, αφού οι πρώτες όμορφες μέρες όπου οι εκτελεστές γλεντούσανε περισσότερο το τραγούδι από τα αναλογούμενα ποσοστά, πέρασαν. Στις λίγο πολύ τελειοποιημένες πια ταβέρνες κυριαρχούν τάσεις μοναξιάς και ανεξαρτησίας σε σχέση ευθέως ανάλογη των λαϊκών τραγουδιστών με το κοινό τους. Τούτο τον γυμνό δρόμο έμελλε να τον διαβούν ο Τσαουσάκης και λίγο αργότερα ο Καζαντζίδης.Είπαμε παραπάνω πως τίποτα δεν βοήθα στην ουσιαστική και στεγανή διάκριση των εποχών, αφού αρκετές αισθητικές λεπτομέρειες και διακριτικά, δεν περιορίζονται σε ορισμένα χρονικά σημεία, αλλά οπωσδήποτε υπάρχουν σε χρόνια επεκτεινόμενα εκατέρωθεν, δένοντας έτσι περισσότερο τον ρεμπέτικο κύκλο. Αμανέδες που υποτίθεται πώς ανήκουν στο ξεκίνημα γράφτηκαν και το 1948, όπως κι ένα τέλεια ολοκληρωμένο σκληρό ρεμπέτικο με τίτλο «Τουτ' οι μπάτσοι που 'ρθαν τώρα» είναι γραμμένο 20 ολόκληρα χρόνια πριν την εποχή του. Κι ακόμα, τον καιρό που μεσουρανούσε το σχήμα:<br />μονοφωνία στον πρώτο και δεύτερο στίχο<br />δυο και τρεις φωνές στον τρίτο και τέταρτο<br />Ο Κερομήτης ερμήνευε ένα από τα ομορφότερα ρεμπέτικα που υπήρχαν «Την άγκυρα μου έριξα», μόνος απ' αρχής μέχρι τέλους. Αλλά, αν το τέλος έρχεται σιγά-σιγά με μια φωνή, και στη σμυρναίικη περίοδο πολλά τραγούδια έμειναν έχοντας έναν και μόνο εκτελεστή. τον Μπερνιδάκη, τον Ασίκη, την Εσκενάζυ ή τον Μοσχονά. Το ρεμπέτικο ξεκίνησε μ' έναν εκτελεστή και πεθαίνει με τον ίδιο τρόπο, ίσως από σύμπτωση, ίσως από ηθική ακεραιότητα.<br />Άλλο στοιχείο διαφοροποίησης με την επιφύλαξη των προηγούμενων κανόνων στο θέμα της στεγανότητας, είναι πώς στην καθαυτό πάλι ρεμπέτικη περίοδο, μουσικός φθόγγος και λεκτική συλλαβή είναι συνήθως δεμένη. Αλλά ενώ ένας μουσικός φθόγγος μπορεί να περιλάβει και περισσότερες από μια συλλαβές (ακόμα και ημιστίχιο), το αντίστροφο αποφεύγεται υπακούοντας στους αισθητικούς κανόνες της εποχής. Υπάρχει δηλαδή η παρακάτω αντιστοιχία:<br />(Σύνθεση του Τσιτσανη «Να γιατί γυρνώ», με τη Σοφία Καρίβαλη και τον Μ. Βαμβακάρη, γραμμένο το 48.)<br />Αντίθετα τα Σμυρνιώτικα όσες φορές τουλάχιστον, ερμηνεύτηκαν μένα τραγουδιστή, χρησιμοποίησαν τρεις και τέσσερις μουσικούς φθόγγους σε μια συλλαβή ή δορυφορούσαν τη φωνή τους σ' έναν και μόνο φθόγγο:<br />(Σύνθεση του Παπάζογλου, προφανώς επηρεασμένη από τη Σμυρναίικη δημοτική με τίτλο «Βαλε με στην αγκαλιά σου» και με ερμηνεύτρια την αξέχαστη Ρόζα Εσκεναζυ.)<br />Ο Σμυρνιός, καλός γείτονας των Ελληνικών νησιών και της απώτερης Ανατολής, μεσοδρομούσε ψιλοκεντώντας το τραγούδι του με μεράκι.Πολύ αργότερα, στα δύσκολα χρόνια της πτώσης, ο ερμηνευτής τραγουδώντας περισσότερο το πάθος του, αφήνεται σε μια συλλαβή βαρυφορτωνοντας την με φθογγικούς μαιάνδρους. Ο Μπίνης συνήθιζε τη μικρή σχετικά φθογγική διάρκεια μεταξύ παραφωνίας και ψαλμού, Αλλά αυτοί που έκλεισαν οριστικά τις πύλες ξεχνιόντουσαν τραγουδώντας πάνω σε μια λέξη.<br />Είναι ακόμα χαρακτηριστικό πώς το ρεμπέτικο τραγούδι, δεναπλώνεται σ' όλες τις περιοχές του μουσικού πενταγράμμου, προτιμώντας μέσους φθόγγους και μικρής έντασης ηχητική αυξομείωση:<br />(Σύνθεση τον Χατζηχρήστου το 47.)<br />Κι αυτός όμως ο κανόνας ίσως λιγότερο απ όλους τους άλλους, αρχίζει να σπάει μετά το 1955.<br />Υπάρχουν, βέβαια, κανόνες που ξεχωρίζουν το ρεμπέτικο όμως o Βαμβακάρης σχεδόν μόνος απ' όλους τους άλλους δεν μπορεί να ενταχθεί κάπου οριστικά, και πολλές φορές φαίνεται να μετασχηματίζει το ύφος του, για χάρη της ρεμπέτικης αξιοπρέπειας. Τούτο μ' αφορμή μια συγκριτική αντιπαράθεση των πρώτων με τα τελευταία του τραγούδια, όπου τα πρώτα βρίσκονται στη μουσική διερεύνηση και τα τελευταία προσπαθούν να κλείσουν τα ρήγματα του τέλους της τρίτης περιόδου.Δεν μπορεί να δώσει κανείς οριστικές διαφορές και συμπεράσματα. Ο,τι είπαμε, το 'παμε με την επιφύλαξη των αλληλεπιδράσεων στις τρεις εποχές. Τη Σμυρναίικη (1922-1932), την κυρίως ρεμπέτικη (1932-1940) και την κλασσική (1940-1952), όπως τις διακρίνει o Ηλίας Πετρόπουλος.<br />Η μουσική δεν έχει να κάνει με νομοθετήματα ή με εκ τωνπρότερων αποφάσεις, αλλά αφήνεται ν' ακολουθή την εκάστοτε λαϊκή ψυχοσύνθεση.Τώρα για το στίχο. Πριν μερικούς μήνες ο Θεοδωράκης μίλησε για κακό στίχο στο ρεμπέτικο. Φοβάμαι πώς υπάρχουν δυο διαφορετικές βάσεις εκκινήσεως για συζήτηση και συμπεράσματα. Η μια ξεκινά με την προϋπόθεση να βελτιώσει την υπάρχουσα λαϊκή μελωδία και στίχο, κάνοντας τα περισσότερα άξια να συνεχίσουν το δρόμο που άνοιξε το ρεμπέτικο. Θέλοντας να οδηγήσει το λαό στην αισθητική του άνοδο μέσω ευσυνείδητων ποιητών, προσδιορίζει τις διαφορές και προτείνει λύσεις. Η άλλη αξιολογεί ο,τι έχει να αξιολόγηση από τα ήδη υπάρχοντα και περιορίζεται στη διάγνωση, αφού προϋποτίθεται πώς η ρεμπέτικη μελωδία συνυπάρχει με τις ιδιαίτερες συνθήκες που τη γέννησαν. Νομίζω, πώς ο στίχος στο ρεμπέτικο είναι αυτός που είναι. Καλός ή κακός. Εκείνο που εκτιμά κανείς, είναι πώς γράφτηκε έξω από κανόνες και ρεύματα και δεν προσπαθούσε να προβληματίσει ή να 'χει μια καλλιτεχνική καταδίωξη στην ιστορία του λόγου. Άλλωστε το ίδιο νομίζω πώς συμβαίνει και στη μουσική του, με τη διάφορα πώς ενώ ο στίχος προσφέρεται περισσότερο για κριτική, μια και υπάρχουν χειροπιαστά πράγματα, οι λέξεις με το λογικό τους νόημα, απ' όπου κρίνεται η τέχνη τους ή όχι, στη μουσική το αφηρημένο των ήχων αποσιωπά τα ενδελεχή ψιλοκοσκινίσματα. Αυτά, με την προϋπόθεση πάντα, πώς η ποιότητα μουσικής και λόγου έχει αποδέκτες όχι απόφοιτους ωδείων, αλλά μια ευρύτερη μάζα. Οι ρεμπέτες ποτέ δεν σκέφτηκαν να δικαιωθούν αισθητικά. Κοινωνιολογικά, λογικό επακόλουθο είναι πώς αφού δημιουργοί και στο στίχο και στη μελωδία είναι οι ίδιοι ποιοτικά χαρακτήρες, δεν υπάρχει καμία δικαιολογία να δεχόμαστε τη μουσική και μάλιστα να την εκτιμάμε, αποκλείοντας το στίχο. Τούτο, βέβαια, δεν σημαίνει πώς ο στίχος στο ρεμπέτικο έχει απαράμιλλες αισθητικές αξίες, ενώ υπάρχουν στη μουσική. Είπαμε παραπάνω, η μουσική είναι σύνολο ήχων και ο στίχος λέξεων. Λογαριάζοντας περισσότερο στη λογική, καταλαβαίνουμε οπωσδήποτε μια διάφορα ποιοτική στα δυο μέρη. Τα πράγματα αλλού χωλαίνουν. Η σχέση σύγχρονης λαϊκής μουσικής με το ρεμπέτικο είναι περισσότερο απομακρυσμένη απ ο,τι η σχέση ρεμπέτικου με Σμυρναίικη δημοτική. Γιατί τουλάχιστον, εκείνο που το διαμόρφωσε, οι εντελώς ιδιαίτερες συνθήκες της εποχής του, δεν υπάρχουν πια, κι έπειτα ρεμπέτικο σημαίνει πρώτα ένα τρόπο ζωής και ύστερα ορισμένα τραγούδια. Πανταχόθεν ελλοχεύουν οι κίνδυνοι από την φαινομενικά λογική τούτη συζυγία και τέλος θα 'χουμε ένα τραγούδι που θα προβληματίζει μ' όλο το αισθητικό του απόβαρο, αλλά το πιο σίγουρο απ όλα είναι πώς δεν θ' ακουστεί ποτέ στα μεράκια της εργατικής τάξης και δεν είναι καθόλου λαϊκό παρά μόνο στις συνεντεύξεις των ειδικών. Όλα θα ξεκινήσουν στην αρχή με τις καλύτερες διαθέσεις για να φτάσουν στο σημείο, όπου οι επώνυμοι σύνθετες και στιχουργοί από τη μια μεριά και οι λαϊκές ανάγκες από την άλλη, θ' απομονωθούν έτσι, ώστε οι πρώτοι ν' ανεβαίνουν ποιοτικά σ' ένα πολύ κλειστό κύκλωμα κι οι δεύτερες να κατεβαίνουν όλο και περισσότερο με κατάλληλη εκπόρνευση από αφελείς συνθέτες και πανούργους επιχειρηματίες. Αλλά πάλι, δεν πρέπει να διαμορφώνεται και να παρουσιάζεται το λαϊκό αίσθημα από τις φωνογραφικές εταιρίες ανάλογα με τις στατιστικές των πωλήσεων. Γιατί ως ένα σημείο, η ζήτηση προσδιορίζει την προσφορά, και το κακό βρίσκεται από τη στιγμή που η προσφορά ισχυροποιείται και προσδιορίζει τη ζήτηση. Το ρεμπέτικο είναι πιο κοντά στο δημοτικό όσον αφορά στους κανόνες λειτουργίας για τη δημιουργία του, απ ο,τι η σύγχρονη τεχνική λαϊκή με το ρεμπέτικο. Γιατί η μη μουσική παιδεία των εκτελεστών του, ίσως τους είχε ανώνυμους, αν δεν υπήρχαν τα σημερινά μέσα ενημερώσεως και το πρόσφατο σχετικά παρελθόν.Εκείνο που έχει περισσότερη βαρύτητα είναι ο λαϊκός καθαρά χαρακτήρας μ' όλες του τις συνέπειες, παρά οι ποιοτικές ομοιότητες. Οι νεκραναστάσεις δεν έχουν πέραση στην τέχνη και ο,τι φαίνεται να αντιγράφει μια παλιά εποχή, έχει καινούριους χρωστήρες και μια εσωτερική εξελικτική πορεία προς τα εμπρός.<br />Αξιολογώντας το στίχο, τα τελικά συμπεράσματα δεν τον αποκλείουν εντελώς. Υπάρχουν αρκετά στοιχεία από την κρητική ποίηση, και πιθανώς συμπτωματική χρησιμοποίηση ποιοτικών σχημάτων και ιδεών. Ιδιαίτερα στα ερωτικά τραγούδια η γνησιότητα προσδιορίζει τα ευγενικά αισθήματα των λαϊκών στιχουργών. Αλλά και τούτος δεν στάθηκε άμοιρος σ' όλη του τη πορεία. Παρουσιάζεται διαφορετικός σε σχέση με τις τρεις εποχές. Ο στίχος των σκληρών ρεμπέτικων που ξεκινούν από το 1920 ακόμα, έχει αρκετή αφαίρεση και μικρές εικόνες. Π.χ. (από τραγούδι αγνώστου συνθέτη, πιθανώς του 1935):<br />Γύρω γύρω τα ντερβίσια<br />και στη μέση τα χασίσια<br />Μπάρμπα Γιάννη, Μπάρμπα Πέτρο<br />δεν θα παντρευτούμε και φέτο<br />Μπαρμπα Γιάννη σαν πεθάνεις<br />το λουλά τι θα τον κάνεις.<br />ή στο «Από κάτω απ τις ντομάτες» με τον Γιάννη Ιωαννίδη και με μπουζούκι του Καραπιπέρη σε δίσκο γραμμοφωνημένο πιθανώς το 1925:<br />Από κάτω απ τις ντομάτες<br />φίλησα δυο μαυρομάτες<br />Από κάτω από τ' αμπέλι<br />φίλησα μια παντρεμένη<br />Μια ελιά και μια ντομάτα<br />είναι φέτο η σαλάτα<br />Στο μαντήλι σου τρεις κλώνοι<br />και θαρρώ πως με μαλώνει.<br />Τούτες οι μικρές εικόνες Υπάρχουν περισσότερο στα τραγούδια της φυλακής και στα χασικλίδικα. Η φωνή πειθαρχεί με μικρούς κοφτούς ήχους στο όργανο.Χρόνο με το χρόνο η κουβέντα ημερώνει κι έτσι στη δεύτερηπερίοδο υπάρχει συνεχής εξέλιξη στην ιστορία, νοηματική πληρότητα και σχεδόν δράση.<br />Σε σχέση με τις παραλλαγές πάνω στο ίδιο τραγούδι, σ' όλη την ύπαρξη του ρεμπέτικου, υπάρχουν σχεδόν οι ίδιοι κανόνες και νόμοι που λειτουργούν και στο δημοτικό άσμα. Βρίσκουμε στροφές περίπου όμοιες σε δυο και τρία τραγούδια διάφορων σύνθετων σε διάφορη ή και ίδια χρονική περίοδο. Αυτές οι παραλλαγές, όπως και στο δημοτικό, συναντιόνται τακτικότερα στα τραγούδια του Χάρου.Για παράδειγμα:<br />Τον Χάρο τον αντάμωσαν πεντ έξι χασικλήδες<br />Να τον ρωτήσουν πως περνούν στον Άδη οι μερακλήδες<br />(αδέσποτο) Δυο τρεις μπεκρήδες βρήκανε το Χάρο σ ένα δρόμο<br />και τον ρωτούσαν πως περνούν στον άλλονε τον κόσμο<br />(σύνθεση του Τούντα πριν το 1930)<br />Η μουσική δεν αποκλείεται ν' αλλάζει ριζικά, αφού ο συνθέτης της διασκευής κατά πάσα πιθανότητα γνωρίζει τον προηγούμενο κι αγνοεί τον στιχουργό του οποίου και τα δικαιώματα ελαστικότερα κατοχυρώνονται από τα δικαιώματα του σύνθετη. Παραλλαγές υπάρχουν ακόμα και στα χασικλίδικα και στα σκωπτικά, όπου δηλαδή το θέμα δεν θίγει τίποτα σοβαρότερο κι απουσιάζουν σχεδόν ολοκληρωτικά στα τραγούδια μ' ερωτικό περιεχόμενο και συγκεκριμένα σ' αυτά που αναφέρονται στο χωρισμό. Υπάρχει μια σειρά τραγουδιών (τα περισσότερα αδέσποτα) που τραγουδιόνταν πάνω στο ίδιο μουσικό μοτίβο, αρκετά παλιό και χωρίς συγκεκριμένο συνθέτη. Σ' αυτά, χρησιμοποιούσαν τη μελωδία από το «Τούτοι οι μπάτσοι που 'ρθαν τώρα» (αδέσποτο) και είναι το «Κάτω απ τα ραδίκια» (υπάρχει όμως και σε διαφορετική μελωδία) ένα ζεϊμπέκικο της δεύτερης δεκαετίας του αιώνα μας, οι διάφορες παραλλαγές της αρχικής μελωδίας των Μπάτσων, το «Άναψε το» (αδέσποτο) που πρόσφατα παρουσίασε ο Μουφλουζέλης, «Ο λουλάς και το καλάμι» (επίσης αδέσποτο) σε παρουσίαση πάλι του Μουφλουζέλη και οι εκάστοτε αυτοσχεδιασμοί, όταν δεν υπήρχε και πολύ κέφι να σταματήσει το τραγούδι. Στα πρώτα βήματα του ρεμπέτικου συνήθως δεν υπάρχουν δυσκολίες στην αγάπη. Ο στίχος περιορίζεται στις ομορφιές και στις νυχτερινές συναντήσεις, σπανιότερα δε αναφέρεται στο ανεκπλήρωτο ερωτικό πάθος. Αργότερα ο έρωτας τις περισσότερες φορές θα σηκώνει κι όλες τις κοινωνικές αδικίες. Σ ένα τραγούδι του 1943 o ρεμπέτης κατορθώνει να βρει την απώτερη ερωτική ουσία ζητώντας την ποιοτική του πληρότητα στην άρνηση της αγαπημένης: και μη μου δώσεις πρόσεξε<br />ο,τι κι αν σου γυρεύω<br />κλείσε την πόρτα σου καλά<br />κι εγώ ας ζητιανεύω.<br />Στη «Συνοικία», ένα τραγούδι του Τσιτσανη γραμμένο το 59, o συνθέτης κοινωνιολογεί. Στα εντελώς ιδιόρρυθμα σχετικά με το στίχο τραγούδια του ο Μουφλουζέλης το ίδιο. Τούτος ο δεύτερος αγνοεί σχεδόν εντελώς τον ερωτά ή την κοινωνική αδικία κι ενδιαφέρεται για τις καθημερινές λεπτομέρειες και σκηνές του δρόμου.<br />Αν μαζί με τις ιδιαίτερες συνθήκες, έχουμε υπ' όψη μας και τα τεχνικά χαρακτηριστικά του ρεμπέτικου, τότε ο αμανές φαίνεται περισσότερο ψυχοπαίδι του, παρά αισθητική απόκλιση. Ο ελληνικός αμανές έχει κάτι από το Βυζάντιο. Συνήθως στον αμανέ υπάρχει μια στροφή (αργότερα δυο) που επιμηκύνεται μ' αναστεναγμούς, γυρίσματα και παλμικές κινήσεις πάνω σε μια νότα, που έπειτα επαναλαμβάνονται από βιολί ή κανονάκι και που φαίνεται σαν να επιβεβαιώνει την καλή εκτέλεση ή να παρηγορεί τον εκτελεστή.<br />Ο Ασίκης, περιεκτικότερος στους αμανέδες του, προσπαθεί να παρουσίαση περισσότερο δράση. Οι αμανέδες είχαν απλή σύνθεση οργάνων. Συνήθως σαντούρι, κλαρίνο και βιολί. Τις περισσότερες φορές στη μέση έχουν ταξίμι με σαντούρι ή κλαρίνο και πιθανώς χαιρετισμούς. Στην κυρίως ρεμπέτικη περίοδο σπανίζουν οι χαιρετισμοί. Στους χαιρετισμούς συνήθως ο εκτελεστής από σεμνότητα δεν απαντά ή εάν απαντήσει, το κάνει μετά την πρώτη στροφή.<br />Πέρα από τις ειδικές συνθήκες και τους διαπλαστικούς παράγοντες που αποτελούν έξωθεν επιδράσεις, σημαντικό ρόλο για τη διαμόρφωση του ρεμπέτικου έπαιξε κι ο χαρακτήρας των ανθρώπων που το δούλευαν. Ίσως να μην ύπαρχει κι εδώ στεγανότητα, γιατί o χαρακτήρας έχει άμεση σχέση με τους διαπλαστικούς παράγοντες, μάλιστα σε σημείο ταύτισης, κι έμμεση με τις ειδικές συνθήκες, όπου αυτές χτίζουν μάντρες γύρω μας κι η αδράνεια διαφαίνεται σαν η ηθική των απατημένων.Το ρεμπέτικο χωρίς δράση μηρυκάζει ένα μόνιμο παράπονο για τις αδικίες στη ζωή και στον έρωτα, έχοντας σαν αξίες όχι την ανδραγαθία, αλλά την αποκλήρωση από την κρατούσα τάξη, όχι την ψυχική δύναμη, αλλά τις πληγές και τις αδυναμίες του ερωτευμένου, όχι το κλέος, αλλά την προδοσία. Είναι τα τραγούδια των προδομένων και του σκληρού χωρισμού που συνήθως οφείλεται σε ύπαρξη τρυφερώς αγαπηθείσα κι αιτιολογείται από την αναγκαιότητα του ρεμπέτη να υπάρχει σαν τραγικός ήρωας σε κάθε χωρισμό.<br />Μιλήσαμε πιο πάνω για την απώτερη ερωτική ουσία. Στα ρεμπέτικα τραγούδια ο Πετροπουλος τόνισε πώς στον άντρα σημασία έχει το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η γυναίκα δεν υπάρχει σαν ολοκληρωμένη ύπαρξη, όταν βέβαια δεν τραγουδά.<br />Γίνεται αερικό, βωμός κι επιτακτική ανάγκη για ουσία. Δεν θ' ακούσει ποτέ παράπονα και πίκρες από έναν άντρα. Υπάρχουν οι φίλοι γι αυτό. Είναι και πρέπει να είναι αμέτοχη στην εσώτερη κοσμογονία του ρεμπέτη. Η ποιότητα του ερωτά του δεν επιδέχεται υλοποίηση στο εκάστοτε πρόσωπο της αγαπημένης.<br />Άλλοτε πάλι η γυναίκα αποτελεί μόνιμη δικαιολογία για τον κατήφορο, κι ο ρεμπέτης ευάλωτος στο παράπονο, όντας εκτός τόπου και χρόνου, οδεύει τον δρόμο της απώλειας, επειδή βρίσκει πώς μετά τον χωρισμό δεν υπάρχει άλλη διέξοδος. Έχοντας σαν αξίωμα αυταπόδεικτο τη συμπαράσταση των φίλων, η συνήθως υπαίτια του σκληρού χωρισμού, γίνεται μοίρα και μαχαίρι να συνοδεύει την απόλυτη μοναξιά του εγκαταλειμμένου.<br />Αντίθετα η γυναίκα στα τραγούδια της θέλει έναν άντρα μαζί της λεβέντη, δουλευτάρη, ταχτικό θαμώνα της ταβέρνας και σκληρό μαζί της, προθυμοποιούμενη, σχεδόν ηδονικά, να του συγχωρεί τις απιστίες. Όσες φορές είναι αυτή που πληγώνεται, μιλά σκληρά.<br />Όταν ο χωρισμός οφείλεται σε γεγονότα έξω από τη θέληση των ερωτευμένων, τότε φταίχτης θα 'ναι οπωσδήποτε η κοινωνία. O στίχος συνήθως δεν περιορίζεται στην άπονη συμπεριφορά του αστικού καθεστώτος, αλλά συμπληρώνεται με την παθητική στάση του ρεμπέτη.<br />Πολλά τραγούδια γράφτηκαν για συγκεκριμένα πρόσωπα. O Antonio Barca Heredia μεταγλωττισμένος σε Αντώνη Βαρκάρη Σερέτη πεθαίνει στην αγκαλιά της Καρμεν. Η Σοραγια εμπνέει το λαϊκό βάρδο με την άπονη αποπομπή. Η κακούργα πεθερά κινεί δόλια τα δίχτυα για το στυγερό φόνο του Αθανασόπουλου. Η Μαρία Μανταλενα το 1937 γίνεται Μαριγουλα Μανταλενα σε σύνθεση του Περιστερη και τραγουδιέται από τον Βαμβακάρη. Ο ρεμπέτης, αρκετά αλαφροΐσκιωτος, έχει δικά του μάτια και μυθολογία.<br />Πέρα, τώρα, από κάθε ανάλυση ή ιστορία, ας δούμε εάν υπάρχει καμιά σχέση και ποια με το σύγχρονο λαϊκό άσμα, μια και χωρίς καθόλου βάσανο αρκετοί μπερδεύοντας μέσα τους πολλά πράγματα, θεωρούν σα φυσικό διάδοχο του πρώτου, το δεύτερο. Οι ίδιοι δημιουργοί του, σεβάσμια απομονώνοντας εκείνη την εποχή, τη θεωρούν οριστικά απολεσθείσα, ηρωοποιώντας έτσι τα παρωχημένα ωραία γεγονότα που τη συνέθεσαν. Παράλληλα όσοι ζουν, εξακολουθούν να κάνουν τραγούδια.Υπάρχει μια αντίφαση που ίσως να οφείλεται στο δικαίωμα αποκλειστικότητας που αισθάνονται πώς έχουν, ίσως στο πώς δε έχουν ξεκαθαρίσει ορισμένα πράγματα. Γιατί λέγοντας ρεμπέτικα τραγούδια εννοούνται σαν τέτοια αυτά που υπήρχαν δεμένα άρρηκτα με μια ορισμένη εποχή, κι ότι αυτά που σήμερα περνάμε για διάδοχους, έχουν την δικιά τους εποχή και το δικό τους τρόπο έκφρασης μέσα στα δεδομένα τους. Κάνοντας, λοιπόν, oι παλιοί συνθέτες τραγούδι, ξέρουν πολύ καλά πώς δεν κάνουν ρεμπέτικο, αλλά λαϊκό που ανταποκρίνεται και εκπληρώνει σημερινές ανάγκες.Έτσι δικαιολογείται ο λόγος που ακόμα αγωνίζονται έντιμα. Στη σύγκριση όμως που γίνεται ενδιαφέρουν αυτοί που πέρασαν το λαϊκό για τη κότα με το χρυσό αυγό και παράγουν κάτω από την ανοργάνωτη ανέχεια του κοινού.<br />Και τώρα το πρόβλημα: Υπάρχοντα όργανα στο ρεμπέτικο όταν αυτό μεσουρανούσε, ήταν δυο ή τρία μπουζούκια, ένα μπαγλαμαδάκι, όχι πάντα απαραίτητο (ανεπανάληπτο όμως όταν του δινόταν οι ευκαιρίες ν' ακουστεί), ένα κανονάκι, λίγο αργότερα μια κιθάρα και παλιότερα ένα βιολί που χρόνο με το χρόνο παραχωρούσε τη θέση του στο ακορντεόν. Η απλή τούτη σύνθεση είχε το πλεονέκτημα να μπορεί να μιλά πληρέστερα, ολοκληρώνοντας τα νοήματα της.<br />Σήμερα διατηρείται μια σύνθεση που, αν λέμε πώς έχει ομοιότητα, τούτο οφείλεται στο πώς υπάρχει ΚΑΙ μπουζούκι. Το ακορντεόν αφού αρκετά διέφθειρε παραχωρεί τη θέση του στο ηλεκτρικό όργανο. Στα μπουζούκια έχουν μπήξει εδώ και χρόνια μια πρίζα, αφού πια τώρα δεν περιορίζονται σε μικρό χώρο, έχοντας έτσι και την ευχέρεια να αποκρύψουν μικροσφάλματα δεξιοτεχνίας. Εγκαθίσταται ολόκληρο σύστημα κρουστών αφαιρώντας όλη τη σεμνότητα των παλιών χρόνων.Έπειτα ο χορός. Οι υπάρχοντες χοροί στο ρεμπέτικο, όσο αφορά τουλάxιστό στη μετρική σύνθεση της μελωδίας, παραμένουν οι ίδιοι. Η καθ' αυτό όμως χορευτική κίνηση κατ' επανάληψη εβιάσθη. Τα καλοθρεμμένα λαϊκοφανή παλικαράκια κατάντησαν την πίστα τσιφλίκι τους και πασαρέλα αλλά οι γνήσιοι ρεμπέτες χορεύουν σεμνά μ' όλη τους την ψυχική περηφάνια, κι ως ένα σημείο απόκτα ουσιαστική σημασία ο λόγος του Τσιτσάνη, όταν έλεγε πώς ο χορός ηρωοποιεί το τραγούδι.Όσο για το στίχο, παλιότερα υπήρχε μια ιδιόρρυθμη οικονομία, σωστός λυρισμός κι αιτιολογίες για τις πράξεις τους τις βασικά ανυπόστατες. Σήμερα ο λαϊκός ήρωας γίνεται στα τραγούδια του προκλητικός, μιλά για κυρίες και υπερασπίζεται συνεχώς τις πράξεις του.<br />Άλλες διαφορές είναι αυτές που υπάρχουν στη σχέση προσφοράς και ζήτησης. Τώρα έχουμε μια ανελέητη μηχανή όπου η εταιρεία βάσει στατιστικών προσφέρει αποκοιμίζοντας τα αρεστά αιτούμενα έξω από κάθε εσώτερη ανάγκη του κοινού. Από τη στιγμή που το ρεμπέτικο νομιμοποιείται αλλάζοντας όνομα, αρχίζει να παίρνει τα ελαττώματα που έμμεσα ή άμεσα δίνουν συμφεροντολογικά καλόψυχοι πατριοί. Οι φιλικοί χαιρετισμοί στην αρχή του τραγουδιού μεταξύ των εκτελεστών έγιναν διάλογος πατέρα και γιου σπαραξικάρδιος σχετικός με τη Γερμανία και φιλονικία εραστών όπου ο ένας μετανιώνει συνήθως έξω από την κλειστή πόρτα. Το είδος του πατριδολαϊκου με την κατοπινή πληθώρα κατέληξε στο πώς δεν υπάρχει κανείς ουσιαστικός λόγος να ξαναπάρουμε την Πόλη.<br />Συνοπτικά λοιπόν διαπιστώνονται μερικές ομοιότητες που πριν λίγο καιρό ο Τσιτσάνης προσδιόρισε λέγοντας πώς η διαφορά των λαϊκών συνθέτων με τους έντεχνους, είναι εκείνη που υπάρχει στους αυτόπτες μάρτυρες ενός εγκλήματος, με άλλους που ακούσανε για το έγκλημα.<br />Η ουσιαστικότερη διαφορά βρίσκεται στο ότι σήμερα δεν υπάρχουν οι τότε ιδιαίτερες συνθήκες δημιουργίας του. Τα χρόνια 1920-1950 ήταν, όσον αφορά στο κοινωνιολογικό περιεχόμενο του χαρακτήρα στον Έλληνα, σημαντικά. Οι πρώτες ενσυνείδητες επαφές με την βιομηχανία, ο αποχαιρετισμός του παλιού τρόπου ζωής, η ερήμωση που έφεραν οι πόλεμοι, όλα τούτα σημαίνουν λίγο πολύ την άμυνα μιας γενιάς απέναντι στις δύσκολες συνθήκες ενός κόσμου που αισθάνεται κι αρχίζει να συνειδητοποιεί την ταχύτητα. Τα εθνικά αισθήματα στερούμενα υποβάθρου παραχώρησαν τη θέση τους στις αστικές μίζερες ανάγκες κι έγιναν και τούτες με τη σειρά τους αστικά αισθήματα. Μεγαλώνοντας οι πόλεις αφαιρούν από τον ουρανό κι απογυμνώνουν τα όνειρα. Σήμερα οι ιδιαίτερες αυτές συνθήκες δεν υπάρχουν. Συνεχίζεται όμως αυτού του είδους η μελωδία ονομασμένη ελαφρολαϊκή ή αρχοντολαϊκή. Εφόσον οι συνθήκες εκείνης της εποχής δημιούργησαν το ρεμπέτικο, έτσι και oι σημερινές ανάγκες, συνένοχες αρκετά με την χύδην παραγωγή στο λαϊκό πεντάγραμμο, γέννησαν τον σημερινό μουσικό τρόπο έκφρασης που υποτίθεται πώς ανήκει στη λαϊκή μας ψυχή.<br />Ο Χιώτης γυρνώντας από την Αμερική διασκευάζει την κιθάρα και το μπουζούκι προσαρμόζοντας τα στα τραγούδια του που έχουν ένα δικό τους καθαρά ύφος. Έπειτα περνά στο μπουζούκι ηλεκτρισμό επιταχύνοντας την οριστική απώλεια. Αλλά αν θέλει νάνε κανείς δίκαιος απέναντι σ αυτές τις μεταρρυθμίσεις, δεν πρέπει να καταδικάζει την πράξη της λάθρα αυτής εισαγωγής χωρίς να λάβει υπ όψη του τις συνθήκες που σαν αποτέλεσμα είχαν αυτές τις καινοτομίες. Η ένταξη του ηλεκτρισμού ήταν μοιραίο επακόλουθο του σύγχρονου τρόπου ζωής.<br />Ακολουθούν ανεύθυνα εντελώς χρόνια για το ρεμπέτικο τραγούδι κι από το 1955 τα τελειωτικά χτυπήματα τα δίνει η περίοδος των κλοπών όπως την ονόμασε ο Τσιτσανης, όπου συνθέτες χωρίς καμία ευθύνη παράγουν χοντρικά.Το παλιό ρεμπέτικο τραγούδι αρχίζει σιγά-σιγά να θάβεται και στα χρόνια που ακολουθούν ελάχιστοι το θυμούνται. Η προσπάθεια του Χατζηδάκη με μια διάλεξη το '48 όπως κι οι άλλες κατά καιρούς από ανθρώπους που δεν τους ήταν μπορετό να ησυχάσουν, δυστυχώς περιορίστηκαν σ' ελάχιστο κύκλο ανθρώπων. Η επιστροφή έμελλε να γίνει όχι με το να οδηγηθούν από άλλους σ' αυτό, αλλά να φτάσουν εκεί οι ίδιοι χορτασμένοι από κακοφορμισμένα τραγούδια.<br />Τριάντα χρόνια μετά τη κλασσική περίοδο, ακούγονται πάλι τα τραγούδια που έκαναν μια εποχή, κι οι επιζήσαντες ξαναπιάνουν το μπουζούκι για να τραγουδήσουν τα παλιά τους κομμάτια. Έτσι τουλάχιστον δίνουμε κάτι που αρνηθήκαμε χρόνια ολόκληρα, γιατί η ηθική και ο καθωσπρεπισμός εκείνων των καιρών αναπαυμένα σ' ανώδυνα άσματα αρνιότανε τις μουσικές μας πηγές. Αλλά πέρα απ' αυτά όλα, το ρεμπέτικο αποτελεί ένα μουσικό κύκλωμα αφ εαυτού προοριζόμενο να κλίσει μετά τον κορεσμό, αφού αναφέρεται στο παρελθόν. Τώρα δεν απομένει παρά μια σωστότερη παιδεία για την εξακρίβωση της ποιότητας, αφού σ' οποιοδήποτε μουσικό ρεύμα υπάρχουν μαζί και καλή και κακή μουσική.<img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-3708008784255647010?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2008/04/22/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%91%ce%a0%ce%91%ce%93%ce%9f%ce%a1%ce%95%ce%a5%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%99_%ce%a4%ce%9f_%ce%9a%ce%a5%ce%9d%ce%97%ce%93%ce%99</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: Κριτικές στο ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ ΤΟ ΚΥΝΗΓΙ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2008/04/22/%ce%9a%cf%81%ce%b9%cf%84%ce%b9%ce%ba%ce%ad%cf%82_%cf%83%cf%84%ce%bf_%ce%91%ce%a0%ce%91%ce%93%ce%9f%ce%a1%ce%95%ce%a5%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%99_%ce%a4%ce%9f_%ce%9a%ce%a5%ce%9d%ce%97%ce%93%ce%99"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZL8q4C2wyI/AAAAAAAAAOA/72x7bAzV6Ps/s1600-h/Untitled-1.jpg"><img src="http://2.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZL8q4C2wyI/AAAAAAAAAOA/72x7bAzV6Ps/s400/Untitled-1.jpg" /></a><br /><a href="http://bp3.blogger.com/_IYVqaYlkeJg/SAhqOTSkGFI/AAAAAAAAAIk/J_7HtY_Bmic/s1600-h/Î¼Î±Ï12.gif"><img src="http://bp3.blogger.com/_IYVqaYlkeJg/SAhqOTSkGFI/AAAAAAAAAIk/J_7HtY_Bmic/s320/%CE%BC%CE%B1%CF%8112.gif" /></a><br /><br /><br /><br /><p>Βιβλιοκριτική Γιάννη Κεσσόπουλου<br /><br /><br />Το δεύτερο βιβλίο του Λευτέρη Μαραγκάκη κινείται σε έναν εντελώς διαφορετικό χώρο από αυτό των μυθιστορηματικών αναμνήσεων, που μας έδωσε στις ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ. (Εκδόσεις Γαβριηλίδη). Με αφορμή τις πολιτικές αλλαγές της Σοβιετίας, ξετυλίγει ένα παλιό φονικό με ήρωα έναν ελασίτη, που κυνηγημένος από τις τύψεις του καταφεύγει στη Ρουμανία, παντρεύεται και ριζώνει εκεί. Μετά την πτώση του Τσαουσέσκου, αποφασίζει να γυρίσει στην Ελλάδα για να βρει τους συγγενείς του θύματός του, ελπίζοντας σε μια λύτρωση. Σ’αυτό το γυρισμό παίρνει μαζί και τη γιατρό θυγατέρα του, για κάτι καλύτερο που θα μπορούσε να βρει στην Ελλάδα, από το πολιτικό χάος της Ρουμανίας, που ζούσε τότε την πολιτική κοσμογονία της. Όμως επειδή η ζωή συνήθως τα θέλει αλλιώς, στα σύνορα ο παλιός ελασίτης παθαίνει ανακοπή, κι έτσι η κόρη του, η Ραλούκα, ποιος ξέρει από ποιά ηθική ή πατρική αγάπη ορμώμενη, αποφασίζει να βρει η ίδια τους συγγενείς για να υλοποιήσει την επιθυμία του πατέρα της. Μια παράλληλη ιστορία προϊστορικής ανασκαφής, οδηγεί τον αναγνώστη στη μεταφυσική, όπου ως νήματα αράχνης δένονται προϊστορικά πολιτικά πάθη με τον εμφύλιο. Ο αρχαιολόγος δεν μπορεί να κάνει τίποτα περισσότερο από το να χαράξει με τα εργαλεία του την αιώνια διαδρομή που οδηγεί στο τυφλό πάθος.<br />Αξίζει να σημειωθεί ότι το βιβλίο επικεντρώνεται σε γυναικείους ιδανικούς χαρακτήρες, οι οποίοι και αποτελούν τον κύριο άξονά του, σε αντίθεση με τους αντρικούς που παραπαίουν στις τύψεις και στην αδυναμία. Η Ραλούκα θα φροντίσει για την ταφή του φίλου της, η Ροξάνα θα κυβερνά τις σχέσεις της με τον Δημοσθένη και η Άνκα θα καίγεται για τα ανεκπλήρωτα που της τύχανε στη ζωή της. Η Ελένη για πρώτη φορά στη ζωή της θα αναμετρηθεί με τη μικρόψυχη κοινωνία της και με έναν σύζυγο άρπαγα της κοινής πατρικής περιουσίας. Η αδελφική οφειλή στο μερίδιο της αγάπης που της αναλογούσε κατακρεουργημένη από την απόσταση και την ενοχή του φονέως αδελφού θα κάνουνε την Ελένη να αγνοήσει το κοινωνικό στάτους του χωριού που προαιώνια απαιτούν οι συγγενικές σχέσεις.<br />Το βιβλίο κυριαρχείται από το μαγικό και τη μεταφυσική και υλοποιείται από την καθημερινότητα της ηρωίδας σε σχέση ή μάλλον στην έλλειψη σχέσης της ζωής της με τα όσα έχουν διαδραματισθεί αιώνες πριν στο Αχλαδοχώρι Σερρών όπου η αδερφή του πατέρα της θα θελήσει κι αυτή να αποδώσει την ύστατη δικαιοσύνη στο πρόσωπο της ανιψιάς της. Ο νεκρός που αρνείται να ησυχάσει για πάντα, πότε βοσκός και πότε ταξιδιώτης, ψάχνει συνδέοντας παράταιρες εποχές κι ανθρώπους.<br />Ο παρών χρόνος του βιβλίου δένεται με τον παρελθόντα μέσω προσώπων που εν αγνοία τους συνεχίζουν την ιστορική μνήμη. Το φονικό του 46 ίσως να μην απέχει πολύ ως προς τις συνθήκες που το γέννησαν, από το αρχαίο φονικό ή και το αρχαίο φονικό καθόρισε τους όρους του φόνου που έγινε από τον νεαρό και άμυαλο αντάρτη. Κι ο προπομπός Ερμής άλλοτε με τα ρούχα του σταθμάρχη κι άλλοτε με τα ρούχα του βοσκού, υφαίνει πανάρχαιες σχέσεις με ενδιάμεσες σαϊτιές τα ανθρώπινα πάθη και τις αδυναμίες, που μέσα από την διάθεση του συγγραφέα για τον ονειρικό υπερρεαλισμό κάνει όλο το κείμενο να σκιάζεται από φοβέρες κι επιθυμητές αναμνήσεις. Η αρχαίες άρπυιες αντάμα με Βαλκάνιες θεότητες αλληλοχρεώνονται τις αποφάσεις της ειμαρμένης, που από τις πρώτες σελίδες θα καθορίσει τις τύχες των ηρώων του. Ο ατυχής φίλος Δημοσθένης θα ζορισθεί πολύ ανάμεσα στο νόστο και την αυτόχειρη τελευτή του βίου του, κάνοντας τη Ραλούκα να σκεφτεί πικρόχολα στο τέλος του βιβλίου, ότι ίσως αυτή η πατρίδα να μην είναι πάντοτε στα κέφια της.<br />Το δεύτερο αυτό μυθιστόρημα του Λευτέρη Μαραγκάκη αποτελεί για σύγχρονη τοιχογραφία του Βαλκανικού χώρου κι αξίζει να διαβαστεί<br /><br /></p><img src='https://blogger.googleusercontent.com/tracker/5669291311406065338-2601345534286680833?l=maragkakis.blogspot.com' /> ]]></content>
</entry>
<entry>
		<id>http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2008/04/18/%ce%9c%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%9a%ce%9f%ce%9c%ce%99%ce%a3%ce%95%ce%99%ce%a3</id>
		<author><name>Λευτερης Μαραγκακης</name></author>
		<title>Μαραγκάκης Λευτέρης blog: ΜΕΤΑΚΟΜΙΣΕΙΣ</title>
                <link rel="alternate" type="text/html" href="http://www.serresblogs.gr/%ce%9c%ce%b1%cf%81%ce%b1%ce%b3%ce%ba%ce%ac%ce%ba%ce%b7%cf%82_%ce%9b%ce%b5%cf%85%cf%84%ce%ad%cf%81%ce%b7%cf%82_blog/2008/04/18/%ce%9c%ce%95%ce%a4%ce%91%ce%9a%ce%9f%ce%9c%ce%99%ce%a3%ce%95%ce%99%ce%a3"/>		
		<updated>c</updated>
		<published>c</published>
		<content type="html"><![CDATA[	<a href="http://3.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGoOlid-uI/AAAAAAAAAMQ/1rVaoxV0yt0/s1600-h/%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF.blog.jpg"><img src="http://3.bp.blogspot.com/_IYVqaYlkeJg/SZGoOlid-uI/AAAAAAAAAMQ/1rVaoxV0yt0/s400/%CE%9C%CE%B5%CF%84%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%AF%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%82.%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF.blog.jpg" /></a><br /><a href="http://bp0.blogger.com/_IYVqaYlkeJg/SA7lS5fh-3I/AAAAAAAAAI0/1NhPVuTdde8/s1600-h/Rotation+of+Î•Î¾ÏŽÏ†Ï…Î»Î¿,+ÎœÎ•Î¤Î‘ÎšÎŸÎœÎ™Î£Î•Î™Î£.jpg"><img src="http://bp0.blogger.com/_IYVqaYlkeJg/SA7lS5fh-3I/AAAAAAAAAI0/1NhPVuTdde8/s320/Rotation+of+%CE%95%CE%BE%CF%8E%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF,+%CE%9C%CE%95%CE%A4%CE%91%CE%9A%CE%9F%CE%9C%CE%99%CE%A3%CE%95%CE%99%CE%A3.jpg" /></a><br /><br />ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ<br />(Εξαντλήθηκε)<br /><br /><br />*<br />Με μια πράξη τακτοποίησης που μου είχανε κοινοποιήσει από το Πολεοδομικό Γραφείο των Σερρών, το πατρικό μας σπίτι, μαζί με όλο σχεδόν το οικόπεδό του, το έπαιρνε ο δρόμος που χαράχθηκε πρόσφατα και θα ένωνε κατ' ευθείαν την περιοχή της πάνω πόλης με την κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων ή Μπέη Μπαξέ, όπως παλιότερα ονομάζονταν. Ετσι δεν θα αναγκαζότανε να κάνει κανείς το γύρο από την οδό Εθνικής Αντίστασης για να πάει στην κοιλάδα.<br />Δεν άσκησα κανένα ένδικο μέσο κατά της πράξης αυτής αφενός γιατί λείπω χρόνια από τις Σέρρες και το σπίτι έμενε ρημαδιό κι αφετέρου γιατί πιστεύω ότι αν μπεί στο μυαλό αυτών που αποφασίζουν τέτοια πράγματα, να κάνουν κάτι, δεν τους το βγάζεις με τίποτα κι άδικα θα ξοδεύεσαι.<br />Με τη δυσάρεστη αυτή ευκαιρία γύρισα στις Σέρρες ύστερα από πολλά χρόνια, για να αποτελειώσω τα διάφορα διαδικαστικά της απαλλοτρίωσης και για να συμμαζέψω και να πάρω τα λίγα πράγματα που είχανε απομείνει στο πατρικό μας. Ήξερα όμως ότι κατά βάθος πήγαινα εκεί από μια παλιά οφειλή που με παίδευε χρόνια κι όλο ήθελα να την εκπληρώσω. Έλειπα από τις Σέρρες πάνω από τριάντα χρόνια, εκτός από δυό τρία σύντομα ταξίδια που μ' έφεραν εδώ για λίγες ώρες και για κακές στιγμές, κι όλο έλεγα να κάνω μιά μέρα ένα ταξίδι για να πάρω μιά γεύση από τα παιδικά μου χρόνια.<br />Ο πατέρας μου μας άφησε χρόνους στα ογδοντατρία του, περίπου πλήρης ημερών που λένε, και η μάνα μου τον ακολούθησε ύστερα από μιά δεκαετία, προσπαθώντας να κρατήσει μιά δικαιοσύνη που εξισορροπούσε τη διαφορά στις ηλικίες τους. Μέχρι το θάνατό της συνέχιζε να μένει στο σπίτι μας, αρνούμενη να το εγκαταλείψει και να έρθει μαζί μου ή να μείνει με τον αδελφό μου, γιατί έλεγε ότι δεν ήθελε κανέναν στο κεφάλι της και εν πάσει περιπτώσει οι νέοι με τους νέους και οι γέροι επιτέλους στην ησυχία τους.<br />Εμεινα σ' αυτό που μου σύστησαν για καλύτερο ξενοδοχείο στη πόλη και την επομένη το μεσημέρι ξεκίνησα για το σπίτι, που βρισκότανε στο τέρμα της οδού Παπάζογλου. Ο δρόμος αυτός ξεκινούσε από το παλιό γυμνάσιο θηλέων κι έφτανε μέχρι το πατρικό μας. Αγκάλιαζε δηλαδή όλη σχεδόν την νότια πλευρά του λόφου Κουλά, που βρισκότανε στην βορειοανατολική μεριά της πόλης.<br />Ηταν αρχές Σεπτέμβρη με ιδιαίτερα ζεστό καιρό και θέλησα να περπατήσω για να ξαναθυμηθώ τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και πρόσωπα που από καιρό είχανε ξεχασθεί.<br />Ανέβηκα από την Εθνικής Αντίστασης όπου γινότανε παλιά το σώσε από μπαράκια, καφετέριες και σουβλατζίδικα. Τα περισσότερα μαγαζιά είχαν αλλάξει χρήση, λες και είχανε συμφωνήσει την ανταλλαγή των εμπορικών τους εμπειριών. Μπάρ είχαν απομείνει πια ελάχιστα και κυριαρχούσαν εμπορικά με ρούχα κι αντιπροσωπείες αυτοκινήτων με τεράστιες ταμπέλες φωτεινές και μη, που βγαίνανε πολύ πιο έξω από τις επίπεδες επιφάνειες των κτιρίων κι έκαναν έτσι ακόμα πιο ασφυκτική τη πόλη και τους δρόμους της. Που και που κανένα καφενείο απ' αυτά που προσπαθούσαν να κρατήσουν το νέο κόσμο και δύο παραρτήματα αστυνομικών τμημάτων από το φόβο μιάς άσκοπης βίας που περισσεύει στα χρόνια μας. Εστριψα αριστερά από την οδό Ορφέως όπου ακόμα υπήρχε η αίθουσα του Ορφέα, που γινότανε οι πολιτιστικές εκδηλώσεις της πόλης, μικρή και ασήμαντη πια αφού τη ζώνανε τα μεγαθήρια των πολυκατοικιών γύρω της. Παρέμενε ακόμα ένα όμορφο κτίριο με μιά απλή και ελάχιστα διακοσμημένη πρόσοψη, με τρείς σκαλισμένες ξύλινες πόρτες στη μπροστινή του πλευρά και με φωτιστικά σώματα που αντέγραφαν την παλιά εποχή της λάμψης της. Πρέπει να το είχαν χαρακτηρίσει διατηρητέο από καιρό, αν κρίνει κανείς από τις τμηματικές αναπαλαιώσεις που του έγιναν.<br />Από τη στροφή αντίκρισα το πατρικό μας στην άκρη του λόφου, πνιγμένο στον κισσό που από παλιά είχε την τάση να καταλάβει όλο το σπίτι. Οσα παντζούρια είχαν απομείνει ήτανε κλειστά. Ανέβηκα την ελαφρά ανηφόρα της οδού Ορφέως και σε λίγο ήμουν έξω από το σπίτι. Στην αυλή είχαν θεριέψει θάμνοι και δέντρα και η σιδερένια πόρτα άνοιξε με δυσκολία αν και είχε παραβιασθεί και οι πάνω μεντρεσέδες της ήταν σπασμένοι. Εφτασα στην πλαϊνή εξώπορτα και γύρισα με δυσκολία το κλειδί. Με το που μπήκα, ένοιωσα εκείνο το μαλακό ξέσπασμα της μνήμης που αναζητούσε να ακουμπήσει σε χρόνια παλιά και παρωχημένα. Μπήκα στο χώλ που στη συνέχεια με την τραπεζαρία σχημάτιζαν ένα κεφαλαίο γάμα κι ανέβηκα τα λίγα σκαλιά που οδηγούσαν στο σαλόνι και στο γραφείο. Σε πολλά σημεία το πάτωμα ήταν λειψό και φαινότανε από κάτω του το σκληρό υλικό της τσιμεντένιας πλάκας. Στους τοίχους του γραφείου, η βιβλιοθήκη και ο καναπές είχανε αφήσει τα σημάδια τους από την αλλαγή των χρωμάτων.<br />Κι έτσι όπως η μνήμη προκαλεί το χρόνο, θυμήθηκα ένα αποκριάτικο πάρτυ των γονιών μου, όταν ήμουν γύρω στα οχτώ, με πολλούς καλεσμένους να χορεύουν μέχρι τα χαράματα. Με είχανε βάλει να κοιμηθώ στης γιαγιάς μου, που καθόταν στον κάτω από μας όροφο. Εχοντας όμως μέσα μου τη λαχτάρα να δω τους φίλους των γονιών μου και να θαυμάσω τα αποκριάτικα κοστούμια τους, πολλές φορές τη νύχτα ανέβηκα από την εσωτερική σκάλα που συνέδεε τον όροφο της γιαγιάς με τον δικό μας και από τη χαραμάδα της πόρτας τους κρυφόβλεπα ντυμένους με τις επιθυμίες τους και τα κρυφά τους μυστικά να χορεύουν μέχρι το πρωί. Την άλλη μέρα οι γονείς μου απορούσαν πώς έγινε και γύρω γύρω από το ταβάνι στους χώρους που γινότανε το πατιρντί, υπήρχανε λεκέδες από μαύρα ζουμιά, ως που καταλάβανε ότι ο ιδρώτας τόσων σωμάτων με τους υδρατμούς και τη σκόνη, έκαναν ένα μείγμα που ήρθε και κάθισε στα ψιλά των τοίχων.<br />Ο παλιός και ως εκ τούτου αδυσώπητος χρόνος άρχισε δια των συνειρμών να κυριεύει σιγά σιγά το νου και να τον φέρνει στην επιθυμία των παρελθόντων. Οι τοίχοι του σαλονιού είχαν τα σημάδια από τους πίνακες που με μανία μάζευε ο πατέρας μου και κάνανε το σπίτι μας σα πινακοθήκη. Ξαναγύρισα στο χώλ και κατέβηκα τις σκάλες που οδηγούσανε στα υπνοδωμάτια του κάτω ορόφου. Πόρτες δεν υπήρχαν πουθενά. Ισως νάταν κι αυτό αποτέλεσμα των κατά καιρούς αποψιλώσεων που υφίστανται τα σπίτια όταν τα εγκαταλείπουν οι νοικοκυραίοι τους. Πεταμένα χαρτιά και σελίδες από παλιά περιοδικά ήταν σκόρπια και στα τρία υπνοδωμάτια.<br />Στο μπάνιο των γονιών μου, που ήτανε στη συνέχεια του υπνοδωματίου τους, είχανε μαζέψει και γω δεν ξέρω ποιοί, ό,τι άχρηστο από τη πρώτη ματιά, αλλά πιθανώς χρειαζούμενο σε μετέπειτα ζήτηση. Ηταν εκεί ένα παλιό κασετόφωνο, εμφανώς ταλαιπωρημένο από χτυπήματα, μιά μικρή βιβλιοθήκη σπασμένη στη μιά της άκρη και μιά παλιά γραφομηχανή ADLER, πολύ παλιό μοντέλο από τότε ακόμη, που θυμάμαι την είχε βρει ο πατέρας μου σ'ενα γραφείο της Νομαρχίας και τους αγόρασε μιά καινούρια για να την αντικαταστήσει. Χαρτιά και σελίδες από βιβλία, πολλές σελίδες σχισμένες και πεταμένες εδώ κι εκεί. Ενα καφέ λουρί από σκύλο που μου έφερε στο νού την αδυναμία του πατέρα μου στα σκυλιά, από τότε που ο αδερφός μου κι εγώ είχαμε μεγαλώσει και δεν είχε με τι να ασχολείται. Μιά μαύρη μπερζέρα άχρηστη πια και σχισμένη από παντού, ένας πίνακας ενός Σερραίου λογοτέχνη και μιά παλιά τσάντα δερμάτινη κατσιασμένη και γεμάτη λεκέδες από υγρασία, που μέσα της βρισκότανε ένας κίτρινος φάκελος αλληλογραφίας φουσκωμένος, κάτι δικόγραφα του πατέρα μου κι ένα παλιό κίτρινο μπίκ. Ανοιξα το φάκελο κι έβγαλα από μέσα τα περίπου διακόσια φύλλα που είχε. Αναγνώρισα τον γραφικό του χαρακτήρα κι άρχισα να διαβάζω.<br />Ηταν ένα κείμενο που προσπαθούσε να περισώσσει όσο γινότανε παλιές αναμνήσεις του από την ώρα που άρχισε να θυμάται τον εαυτό του. Δεν μου είχε πει ποτέ τίποτα γι' αυτό το γραφτό, αν και ήξερε πως πάντα τον υποπτευόμουνα για κρυπτολογοτέχνη.<br />Ξεκινούσε με αφιέρωση στα αδέλφια του Μιχάλη και Ιορδάνη. Τον Μιχάλη δεν τον πρόλαβα. Ηταν ο μεγαλύτερος αδελφός του που χάθηκε σε ναυάγιο το 1974 στα ανοιχτά της Τσιταγκόγκ στην Αφρική. Τον θείο Ιορδάνη όμως τον είχα ζήσει αρκετά. Ηταν χειρούργος, ψηλός και πάντα χαρούμενος. Μόνιμα σιγομουρμούριζε θυμάμαι ένα χαζοτράγουδο, το «πορόμ πομπέρο» κι όλοι οι ασθενείς του τον λάτρευαν. Πέθανε από καρκίνο στα 56 του, έχοντας ως γιατρός σαφή και απόλυτη γνώση του καθημερινού του μαρτυρίου. Η αμέσως επόμενη σελίδα είχε τον τίτλο του βιβλίου και στη συνέχεια, ένα μικρό κείμενο σαν εισαγωγή. Ακολουθούσε ο κύριος όγκος χωρισμένος σε ενότητες που είχαν σαν χαρακτηριστικό τους ένα συγκεκριμένο γεγονός που είχε ζήσει.<br />Πήρα τα χειρόγραφα και βγήκα στην αυλή. Η γειτονιά ήταν παραδομένη στον μεσημεριάτικο ύπνο της κι από μακριά ακουγότανε το βουητό της πόλης που χώνευε τραγούδια, μαρσαρίσματα μηχανών κι αυτοκινήτων παρά την προχωρημένη ώρα του μεσημεριού. Στο πίσω μέρος της αυλής ο τοίχος ήταν ψηλός και με προστάτευε από την περιέργεια της γειτονιάς. Κάθισα στο βορεινό πεζούλι κι άρχισα να τα διαβάζω.<br /><br />Στη μνήμη των αδελφών μου Μιχάλη και Ιορδάνη<br /><br /><br /><br /><br />*<br />Γεννήθηκα το καλοκαίρι του 44 στην Ευκαρπία του νομού Σερρών. Η μάνα μου δεν θυμότανε ακριβώς την ημερομηνία. Τι να πρωτοθυμάται άλλωστε εκείνα τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφύλιου στη συνέχεια, όπου έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα κι αυτό σχεδόν κυριολεκτικά. Πολλές φορές όσο ζούσε, την ζόριζα να θυμηθεί κι άρχιζε η κακομοίρα,<br />- Είκοσι Ιουλίου ήταν; Οχι, όχι, είχε περάσει της Παναγίας. Εικοσιμία Aυγούστου; Μπα, ο πατέρας σου δεν είχε γυρίσει ακόμα από τα Κερδύλλια τότε.<br />Κι αφού παιδευότανε αρκετά ανάμεσα σε ημερομηνίες και γεγονότα, εγκατέλειπε θυμωμένη κάθε προσπάθεια. Και με το δίκιο της η γυναίκα, αφού έκανε εφτά παιδιά εκ των οποίων τα δύο πεθάνανε μικρά. Ο Σωτήρης που βγήκαμε μαζί ως δίδυμοι και πέθανε πάνω στους δέκα μήνες από διφθερίτιδα κι ο Λευτέρης που γεννήθηκε ένα χρόνο πρίν από μένα και βαφτίσθηκε άρον άρον, εν όψει του επικείμενου θανάτου του από άγνωστη για εκείνη την εποχή αιτία. Βέβαια η ταυτότητά μου γράφει 20 Φεβρουαρίου 1944. Ομως εκεί η μάνα μου είναι κατηγορηματική.<br />- Οχι, δεν γεννήθηκες χειμώνα, έλεγε. Χειμώνα γεννήθηκε ο Ιορδάνης και η Ελένη. Ολοι οι υπόλοιποι γεννηθήκατε καλοκαίρι.<br />Και κάποτε στην προσφυή μου παρατήρηση ότι, πώς με δήλωσαν πριν γεννηθώ, προς στιγμήν ταράχθηκε, με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια, όπως όταν παλιότερα ήθελε να με βάλει στη θέση μου μετά από καμιά μου ζαβολιά και ήρεμα και ξεκάθαρα, μου πρόσθεσε ακόμα ένα χρόνο στη πλάτη μου.<br />- Είπαμε καλοκαίρι, καλοκαίρι του 43.<br />Ετσι λοιπόν κι εγώ έχω χάσει τη γέννησή μου ανάμεσα στα δύσκολα εκείνα χρόνια που πλησίαζε η απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Γι'αυτό άλλωστε και με βαφτίσανε Λευτέρη. Γιά τη λευτεριά που πλησίαζε. Αυτή την εκδοχή βέβαια σερβίριζε ο πατέρας μου. Αλλά επειδή ξέρω πόσο Βενιζελικός είναι, είμαι σίγουρος ότι το όνομά μου οφείλεται στην αδυναμία που έτρεφε γιά τον συμπατριώτη του και εθνάρχη, προτομή του οποίου μέχρι και σήμερα έχει στο χωλ του σπιτιού του.<br /><br /><br />ΟΔΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ<br />*<br />Απροσδιόριστο εποχιακά βράδυ στα 1949. Γύρω από την πόλη ακούγονται κανονιές και προσπαθώ να κοιμηθώ σ'ενα κρεβάτι τεράστιο γιά τις παιδικές μου διαστάσεις. Η μάνα μου με σιγανή φωνή, που δεν ήξερα αν ήταν από φόβο ή από παιχνίδι, να μου λέει<br />- Tα κανόνια βαράνε, γιατί δεν έκανες καλά την προσευχή σου κι ο Θεός θύμωσε. Μα μη μου στενοχωριέσαι, είναι μακριά, πολύ μακριά, στη Νιγρίτα και οι μπόμπες πέφτουν στα νερά του Στρυμόνα. Ελα κοιμήσου, ησύχασε..<br />Ομως εγώ δώστου ξανά προσευχή, και να τη λέω αργά και καθαρά, γονατισμένος κάτω από το εικονοστάσι που είχαμε τότε στη κρεβατοκάμαρα και που περιείχε μόνο μιά εικόνα, την εικόνα του αγίου Νικολάου. Μου έκανε εντύπωση η αυστηρή ματιά του άγιου, έτσι ακίνητος και σοβαρός που με κοίταζε και νόμιζα τότε πως αποκλείεται να μου κάνει τη χάρη και να διώξει τα κανόνια και το φόβο μου από τις κανονιές. Και οι βροντές να συνεχίζονται κι από πάνω εγώ με τις προσευχές μου. Θυμάμαι είχα μιάν αίσθηση παράκλησης που έβγαινε βαθειά από τη καρδιά μου.<br />Ο πατέρας μου σε κάθε κανονιά να τινάζεται στον ύπνο του. Δεν νομίζω να κοιμόταν.<br /><br />*<br />Το πρώτο σπίτι που θυμάμαι στην οδό Θεσσαλονίκης, ήταν ένα σπίτι διώροφο και μεγάλο που είχε ξεμείνει ως αρχοντικό με άνετους και δροσερούς χώρους. Ηταν ομορφο και με τη φτώχεια που μας έδερνε τότε, δεν ξέρω κι εγώ πώς βρήκαμε τέτοιο σπίτι. Με ξύλινα κουφώματα σκαλιστά στις οριζόντιες επάνω μεριές τους και με τη μπογιά τους από χρόνια ξεφτισμένη, έτσι που τα νερά του ξύλου έβγαιναν ανάγλυφα από το πέρασμα του χρόνου και την έλλειψη συντήρησης.<br />Μπροστά από το σπίτι ο δρόμος έκανε μιά μεγάλη εσοχή και φαινόταν να ανήκει σαν αυλή στο σπίτι που καθόμασταν, πλην όμως δεν έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί απ' ό,τι θυμάμαι, ήταν χώρος που τον χρησιμοποιούσανε όλοι και γιά ο,τιδήποτε. Αλλωστε εκείνο τον καιρό η γή δεν ήταν χρυσάφι όπως σήμερα, να τη μαντρώνουμε επακριβώς στις άκρες των εκατοστών της ιδιοκτησίας μας, αλλά χώρος που πολλές φορές προσφέρονταν από τους νοικοκυραίους της και γιά τις ανάγκες των γειτόνων τους ή των περαστικών.<br />Μέναμε τότε μαζί με μιάν άλλη οικογένεια να μοιραζόμαστε τους δύο ορόφους αυτού του όμορφου σπιτιού. Από αυτούς δεν θυμάμαι τίποτα. Θάτανε φαίνεται για λίγους μήνες συγκάτοικοι μαζί μας ή θα κάνανε μιά ζωή ανύπαρκτη για τα μάτια μου τότε. Αντίθετα θυμάμαι στο παραδιπλανό μας σπίτι να κάθεται μιά οικογένεια που είχε μιά κόρη αρκετά μεγαλύτερη από μένα. Τη Στέλλα που τη φωνάζανε για ένα διάστημα Αγορίτσα, συγκοπτόμενο εκ του Μαυραγορίτσα, εξυπονοώντας άνομες δραστηριότητες του πατέρα της. Ο,τι χειρότερο γιά κείνα τα χρόνια. Αλλά περιέργως, την ίδια ούτε που την ένοιαζε, είτε από πλήρη παραδοχή των ανομιών του πατέρα της είτε από άγνοια της λέξης κι έτσι σιγά σιγά έσβησε και χάθηκε το παρατσούκλι της. Ηταν μελαχροινή κι όμορφη.<br />Ενα μεσημέρι όπου όλα ήταν ήσυχα και παραδομένα στη κάψα του καλοκαιριού, με πήρε απ’το χέρι και με οδήγησε στο πίσω μέρος της αυλής, εκεί που βρισκότανε το κοινό για τις δύο οικογένειες πλυσταριό.<br />- Κοίτα, μου είπε, δες τι έχω κρυμμένο εδώ γιά τον Μιχάλη τον αδερφό σου και να του πείς, η Στέλλα σ’αγαπάει.<br />Υστερα άνοιξε αργά τα πόδια της και μου έδειξε κάτι σκοτεινό που βρισκόταν βαθειά στο διχαλωτό κορμί της κι έτσι όπως το είδα μαύρο και τριχωτό, έβαλα τα κλάματα κι έφυγα τρέχοντας.<br />Κι από τότε, με έναν πέπλο ενοχής που έπεσε ανεξήγητα στις καρδιές μας, αποφεύγαμε να βρισκόμαστε μαζί στα παιχνίδια κι ούτε βέβαια που είπα ποτέ του αδερφού μου τίποτα, αφού ακόμα τότε δεν ήξερα από αγάπες και τη φλόγα που κρυβότανε πίσω από τέτοιες φοβερές λέξεις.<br /><br /><br />*<br />Απέναντι από το σπίτι μας υπήρχε μιά μεγάλη αλάνα όπου τοποθετούσανε τεράστιους κορμούς δέντρων γιά τη διπλανή κορδέλα του Γεωργιάδη. Σ'αυτή την αλάνα αργότερα στα 1960 αν θυμάμαι καλά, έκτισαν εκκλησία που επωνομάσθηκε της Παναγούδας. Ηταν ένα τεράστιο οικόπεδο που έπιανε σχεδόν όλο το χώρο και τον έκλειναν τρείς δρόμοι. Η οδός Θεσσαλονίκης, η οδός Κοσμά Αλεξανδρίδη κι ένας αβάφτιστος δρόμος που ακόμη τότε ήταν σε διάνοιξη και κατά το μεγαλύτερο μέρος του περνούσε ανάμεσα από αυλές και χαλάσματα. Από τη νότια πλευρά αυτής της αλάνας ήτανε ο διαχωριστικός και ψηλός τοίχος του καλοκαιρινού σινεμά Rex.<br />Εκεί φέρνανε κάθε καλοκαίρι καμήλες, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω ακόμα και σήμερα πώς αυτά τα πλάσματα του ισημερινού βρεθήκανε στα μέρη μας. Το μουγκανητό τους μου φαινότανε φοβερό κι ατέλειωτο, όσο κι όγκος τους κι όποτε μουγκάνιζαν, έβαζα τα κλαματα κλείνοντας τ'αφτιά μου κι έτρεχα γραμμή γιά να χωθώ κάτω από τους τεράστιους κορμούς των δέντρων που τότε μόνιμα υπήρχαν εκεί.<br />Τις είχε ένας καμηλιέρης μαύρος και τριχωτός, ο Σεραφείμ, και τις οδηγούσε με κάτι περίεργες κραυγές, που έκαναν εκείνα τα θηρία να τον υπακούν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Τα οδηγούσε έξω από το καρβουνιάρικό του, που βρισκότανε σ'ενα πλαϊνό δρομάκι της οδού Θεσσαλονίκης και τα έβαζε να κάθονται στη σκιά όπου μόνιμα μασουλούσανε.<br />Πολλά χρόνια αργότερα ξαναβρήκα τον Σεραφείμ, που πιά περιορίσθηκε μόνο στο μαγαζί του με τα κάρβουνα, να κάθεται τα μεσημέρια και να πίνει αργά σ'ενα παλιό καφενείο, κοντά στο πρακτορείο των λεωφορείων γιά το Σιδηρόκαστρο.<br />- Τις καμήλες; Που τις θυμήθηκες τώρα τις καμήλες.. Το βλέμμα του έφυγε μακριά. Πεθάνανε. Εχει πάνω από σαράντα χρόνια που πεθάνανε. Εφευγαν μιά μιά με τη σειρά τους, γιά να προλαβαίνω να τις κλαίω. Να κλαίω και να βρίζω μαζί, γιατί έσκαβα μερόνυχτα γιά να τις θάψω.<br />Εμεινε ξανά με το νού του χαμένο σε κείνα τα χρόνια.<br />- Εχεις θάψει ποτέ καμήλα; Τα χέρια μου είχανε ανάψει απ’ το σκάψιμο.<br /><br />*<br />Σ'αυτή την αλάνα βρισκότανε σχεδόν κάθε απόγευμα όλοι οι φίλοι των μεγάλων μου αδελφών, δηλαδή παιδιά στην ηλικία των δώδεκα και δεκατριών χρόνων ή και μεγαλύτερα, που τότε ακόμα φορούσανε κοντά πανταλόνια, αφού ήταν αδιανόητο γιά τα χρόνια εκείνα να υπάρχουν παιδιά σ’αυτές τις ηλικίες με μακριά μπατζάκια στα πανταλόνια τους. Αψευδείς μάρτυρες των όσων ισχυρίζομαι είναι βεβαίως και οι φωτογραφίες της εποχής από παρελάσεις, όπου θεόρατοι νταγλαράδες των δεκαπέντε χρόνων, φοράνε κοντά πανταλόνια και παρελαύνουν περήφανοι και καμαρωτοί.<br />Βαθιά μέσα μου οι φωτιές του Αϊ Γιαννιού κι όλοι μαζί σε κείνη την αλάνα να πηδάνε με αλλαλαγμούς και το σημάδι του θάρρους στα μάτια τους από τα πύρινα βαφτίσια. Μόνο που ανάβανε τις φωτιές απρόσεχτα κι ανάμεσα στους χοντρούς κορμούς των δέντρων, κι ερχότανε αλαφιασμένος ο Μπακράτσας ο μόνος και κακομούτσουνος εργάτης του Γεωργιάδη, που τον βαφτίσαμε έτσι γιατί πάντοτε τον βλέπαμε να τρώει τα μεσημέρια μέσα από μιά τσίγκινη μπακράτσα, καμπακτσής από τα βάθη της Μισσίας με τα σπασμένα του ελληνικά, να τους διώχνει με φωνές και τρόμο.<br />- Αϊντε μπρέ γαϊδούρια. Θα μας βρεί κακό με τα σπίρτα και τα τσιακμάκια. Ολο το ντοβλέτι θα κάψετε κι εμένα τ’αφεντικό μ’ παράδες θα κόψει.<br />Ξεθωριασμένος χρόνος και μικρές θολές εικόνες μέσα μου η Κωστούλα που έμενε μαζί με την οικογένεια Ιορδανίδη, ένα κορίτσι στην ηλικία μου, και η Φανή, επίσης κι αυτή στην ηλικία μου, με ένα μεγάλο κόκκινο σημάδι μόνιμο, που ανέβαινε από το λαιμό της κι έφτανε στο πρόσωπο.<br />Κι επειδή τότε η πρώτη ύλη των παιδικών παιχνιδιών ήταν άφθονη, μιά κι όλα σχεδόν είχαν να κάνουν αφ'ενός με την παιδική ευρηματικότητά κι αφ'ετέρου με τη φτώχεια μας, τις τάιζα ως γιατρός χώμα με ένα κουτάλι, το οποίο έπρεπε να εκλαμβάνουν γιά φάρμακο. Κι αυτές οι έρμες το έτρωγαν κι έτρωγαν της χρονιάς τους στο σπίτι όταν γύριζαν βρώμικες και ελεεινές. Τις βλέπω πότε πότε και σήμερα υπερβαρείς να περπατούν στο δρόμο και φευγαλέα μου περνά απ’το μυαλό μήπως κι εγώ ήμουν ο φταίχτης γιά τα παραπανίσια τους κιλά, από το χώμα που έφαγαν και που ποτέ δεν είχαν αποβάλει.<br /><br /><br />*<br />Λίγα μέτρα ανατολικώτερα από το σπίτι που μέναμε ήταν το Τσιφλίκι. Εκεί πρωτοκαθίσαμε όταν φύγαμε από το χωριό. Επειδή όμως από κείνο το χρονικό διάστημα δεν έχω μέσα μου καμμιά εικόνα ώστε να την καταθέσω εδώ, η πρώτη αυτή μετακόμιση δεν λαμβάνεται υπ'οψη.<br />Το Τσιφλίκι ήτανε μιά συστάδα σπιτιών κολητών το ένα με το άλλο σε σχήμα πέταλου, με μιάν εσωτερική αυλή κοινόχρηστη, που στο κέντρο της είχε ένα μεγάλο πηγάδι με μαγγάνι. Ηταν βαθύ με ολοστρόγγυλες πέτρες γύρω του χτισμένες που κατέβαιναν μέχρι και πέντε μέτρα, όπου πιά άρχιζε το μάτι να χάνει τα σχήματα από το φώς που λιγόστευε. Εκεί εναπόθετα τις πρώτες μυστηριακές μου αναζητήσεις και τις ρίζες των παραμυθιών που άκουγα από τα στόματα των μεγαλύτερων. Πήγαινα με φόβο στην άκρη της στεφάνης του και σκύβοντας μέσα, φώναζα αργά και καθαρά διάφορα φωνήεντα, που το φυσικό ηχείο του πηγαδιού τα δυνάμωνε και τα έκανε φοβερούς ήχους, που στη συνέχεια με τρόμαζαν και τόβαζα στα πόδια.<br />Στο Τσιφλίκι έμενε κι ο θείος μου ο Ηλίας, αρχικά τσαγκάρης κι έπειτα κηπουρός στη Νομαρχία. Κάθε χρόνο στη γιορτή του έβγαζε μ'ευλάβεια ένα παλιό βιολί που τόχε φέρει από την Καπαδοκία κι έπαιζε τούρκικους σκοπούς προς τέρψη της γειτονιάς και των μουσαφιραίων του, που έφταναν από κάθε σημείο της πόλης, όπου τους είχε σκορπίσει η κοινωνική πολιτική μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.<br />Το σπίτι τους ήταν ένα όμορφο παλιό τούρκικο σπίτι με χαγιάτι και με δροσερό υπόγειο, που τα καλοκαίρια παίζαμε Καραγκιόζη. Νοιώθω ακόμα και σήμερα την παλιά εκείνη δροσιά να γλύφει το κορμί μου, όταν καθόμασταν στον πάγκο περιμένοντας την παράσταση. Τότε ήμασταν πολύ μικροί γιά να παίζουμε κι εμείς. Μόνο μας έστηναν οι μεγαλύτεροι από νωρίς ως θεατές σε ο,τιδήποτε μπορούσε να παριστάνει το κάθισμα, γιά να αυξήσουν έτσι περισσότερο τη βαρύτητα των όσων θα ακολουθούσαν. Κι όταν έπαιρνε να βραδυάζει αρχίζανε την παράσταση, αντιγράφοντας τα σουσούμια της φωνής των καραγκιοζοπαιχτών, που τότε συχνά πυκνά ερχότανε τα καλοκαίρια στη πόλη μας γιά παραστάσεις στο καφενείο του Καρεκλά. Και να τα χάχανα και οι χαρές.<br />Ερχότανε και μεγάλοι, συνήθως γείτονες, σε κείνες τις παραστάσεις, που όμως ή καθότανε λίγο και φεύγανε, ή θέλοντας να κάνουν τους πολύξερους, ύστερα από λίγη ώρα πηγαίναν πίσω από το πανί, πανί το λέγαμε όχι μπερντέ, κι αρχίζανε να πουλάνε γνώση και να κάνουν παρατηρήσεις. Τότε έσπαζε η παράσταση, η φωνή του Καραγκιόζη και των άλλων πρωταγωνιστών έχανε το κέφι και το χρώμα της και συχνά σταματούσε άδοξα το πανηγύρι με τα παιδιά που παίζανε, τσατισμένα κι εμάς να τους αμολούμε βρισιές που τις μουρμουρίζαμε βεβαίως, μη τολμώντας να τους στολίσουμε κατά πρόσωπο από σέβας οι λιγώτεροι κι από το φόβο της επαπειλούμενης σφαλιάρας οι υπόλοιποι.<br /><br /><br /><br />*<br />Ενοιωθα μετέωρος μέσα στο χρόνο των γραφτών του πατέρα μου, έχοντας ανοχείρωτα αισθήματα, έτοιμα να προσαρτηθούν στο χώρο και να συνδράμουν ως πρώτη ύλη σ'αυτά που υποπτευόμουνα ότι θα ακολουθούσανε σε λίγο.<br />Αποκομμένος αναπάντεχα από το αίσθημα του προσανατολισμού που μας παραστέκει όσο βαθειά και μακρυά κι αν πάμε, το μυαλό μου κατρακυλούσε σ'ενα κόσμο βυθισμένο στους αργούς του ρυθμούς και στην αυταπόδεικτη ευτυχία του. Ολα γύρω μου απόκτησαν τη διαφάνεια που μας προκύπτει από τη σφοδρή επιθυμία γιά πράγματα αόριστα αλλά και παράλληλα βαθειά επιθυμητά.<br />Ο χρόνος και ο τόπος όπου ασυζητητί εναποθέτουμε την ευτυχία μας, τα παιδικά μας χρόνια δηλαδή, απλώθηκαν σα λάβδανο στη ψυχή μου. Εφτασα να γίνω ένα με την φαρδιά πεζούλα που καθόμουνα. Ακίνητος, κρατώντας κι αυτήν ακόμα την αναπνοή μου, έπνιγαν τ'αφτιά μου απόμακρες μουσικές κι ο νόστος στρώθηκε πάνω μου σα χιόνι, επικαλύπτοντας τα καθημερινά κι αφανίζοντας σχήματα και πράγματα που μας κρατάνε ατσαλάκωτους στο κυνήγι της μέρας. Κοίταζα αχόρταγος πίσω από τις λέξεις να βρώ τα χλοερά τοπία όπου είχανε ριζώσει οι βαθύτεροι λόγοι της συγγραφής αυτού του κειμένου.<br />Εχοντας από χρόνια χάσει τον συνεκτικό ιστό που υφαίνει ο πατρογονικός μας χώρος, προσφέροντάς μας φίλους, αγαπημένες και γεγονότα, τα γραφτά που κρατούσα στα χέρια μου ήταν γιά μένα η απαλή βροχή πάνω στο ξερό και διψασμένο χώμα των προσωπικών μου πλέον επιθυμιών να ξαναφέρω στη μνήμη μου το δικό μου ξεχασμένο τοπίο των παιδικών μου χρόνων.<br />Στα μακρυνά και παγωμένα ταξείδια των άστρων, όπου ίσως κατοικούν οι ψυχές, συναντώ την επιθυμία του πατέρα μου να μού μιλήσει μ'ενα κείμενο που, ποιός ξέρει τι νομοτελειακοί κανόνες και σημαδιακές στιγμές, το εναπόθεσαν μέσα σε μιά παλιά δερμάτινη τσάντα να με περιμένει τόσα χρόνια. Τέλος, έμπαινα στα παιδικά του χρόνια μ’ενα αίσθημα ανατροπής των βιολογικών νόμων και της ισορροπίας της λογικής, αφού ο πατέρας μου σεργιάνιζε μέσα στις σελίδες του βιβλίου του μικρός, κι εγώ βρισκόμουν απέναντί του μεσήλικας.<br />Οι νεκροί άρχισαν να πληθαίνουν μέσα μου και να με τραβάνε στο δικό τους χρόνο και το ταξείδι στον παιδικό κόσμο του πατέρα μου αρμένιζε με φουσκωμένα πανιά σε χώρους που προσπαθούσα να αναπλάσω από τα γραφόμενά του και τα σχεδόν ελάχιστα απομεινάρια της πόλης σήμερα, όπως τα γνώρισα στα λίγα βιαστικά ταξείδια μου. Η μεγάλη αυλή στην εκκλησία της Παναγούδας, καθαρή και περιποιημένη, διεκπεραιώνει τα αναγκαία κοινωνικά γεγονότα και το βιολί του παπούλη μου ξαναγύρισε στην Καπαδοκία.<br /><br /><br />*<br />Εδώ θα κάνω μιά παρεμβολή. Θέλω να σου εξηγήσω γιά ποιό λόγο αφήσαμε το χωριό και ήρθαμε στις Σέρρες.<br />Το 1947 ο πατέρας μου είχε στο χωριό μιά φοράδα όμορφη και λιγερή που τη ζήλευαν όλοι. Τη φώναζε Κούλα. Είχε κι ένα πιστόλι, που του τόχε δώσει ένας αξιωματικός που τραυματίσθηκε στην υποχώρηση και δεν του έμεναν πολλές ώρες να ζήσει.<br />Ο εμφύλιος είχε ήδη ξεκινήσει να ρημάζει τον τόπο. Μιά κάποια στιγμή λοιπόν εκείνο τον καιρό στο χωριό μας, ήρθαν στα πράγματα οι κομμουνιστές. Κι όταν λέω στα πράγματα εννοώ την, γιά λίγες μέρες, κατάληψη χωριών και τοποθεσιών στη διαμάχη τους με τα εθνικά στρατεύματα, όπως τα έλεγαν, γιά να τα ξεχωρίσουν από τους συμμορίτες και τους κατσαπλιάδες, όπως τότε με πολύ βδελυγμία αποκαλούσαν οι εθνικόφρονες και οι πολιτικά αδιάφοροι τους κομμουνιστές. Ταχτικά τότε με τις ανάλογες επιθέσεις των μεν ή των δε, τα γύρω χωριά της Νιγρίτας άλλαζαν εξουσία, έρμη εξουσία δηλαδή, αφού είχε το μέγεθος των επιθυμιών των κάθε τοπικών μικροπαραγόντων, που με το πρόσχημα βαρύγδουπων κοινωνικών και πολιτικών εννοιών, καθόριζαν τις τύχες των συγχωριανών τους και ρήμαζαν τις περιουσίες τους. Αλλωστε εκείνο τον καιρό οι λέξεις είχαν χάσει τη σημασία τους. Η πολιτική καθαρότητα, όποτε υπήρχε, ύπτατο μόνο στα τραπέζια που διαπραγματευότανε η εξουσία και οι εκτελεστικάριοι αυτών των ανθρώπων που αποφάσιζαν κατά το ποσοστό που τους ανήκε, ψίχουλα δηλαδή, ήτανε κι όχι βέβαια πάντα, κάτι μίζερα ανθρωπάκια που κάρφωναν ο ένας τον άλλο γιά καθαρά προσωπικά τους συμφέροντα κι απολαβές. Ετσι πιάσανε και τον πατέρα μου. Μαζί με άλλους τέσσερις που είμαι σίγουρος ότι ανάλογες τύχες καθόριζαν τη ζωή και το θάνατό τους.<br />Οταν λοιπόν ήρθαν στα πράγματα οι κομμουνιστές μπήκανε στο χωριό κι άρχισαν από παντού το πλιάτσικο. Ο,τι είχε δηλαδή απομείνει από το προηγούμενο πλιατσικολόγημα των πρώην παοτζήδων. Αυτοί κι αν ήταν ακρίδες. Ητανε απομεινάρια ένοπλων σωμάτων που είχανε συνεργασθεί με τους γερμανούς στην περίοδο της κατοχής και στον εμφύλιο ακολουθούσανε τα εθνικά στρατεύματα σαν τα κοράκια που μυρίζονται ψοφίμι. Κατέβαιναν μπουλούκια μπουλούκια στα χωριά κι άρπαζαν γιά τις ανάγκες μαθές της επιμελητείας τους. Γιά να καταλάβεις το μέγεθος της πατριωτικής τους ευθύνης και του τίμιου αγώνα τους, θα σου πω μιά ιστορία που μου είπε κάποτε ο πατέρας μου. Τον Μάη του 44 ήρθαν στο χωριό καμιά σαρανταριά από αυτούς κι άρχισαν μετά από έναν πατριωτικό δεκάρικο που εκφώνησε ο επικεφαλής τους, να μαζεύουν μέσα από τα σπίτια φλοκάτες, ρούχα, τρόφιμα κι ό,τι άλλο έβαζε ο νους σου. Μέχρι και τη μοναδική πολυθρόνα του Νεόφυτου του κουρέα κουβαλήσανε στη πλατεία όπου τα συνάζανε. Αφού τα συγκέντρωσαν όλα σε μιά μεγάλη στοίβα στο κέντρο της πλατείας, το ρίξανε στα ούζα και στο χορό. Επειτα ξεκίνησαν να τα μοιράσουνε. Αρχίσανε με φωνές, συνέχισαν με καυγάδες και στο τέλος πιάστηκαν στις πιστολιές μεταξύ τους. Μόνο νεκρούς δεν είχαν. Στο τέλος είδαν το θέμα με τη δικαιοσύνη που τους χαρακτήριζε. Τα βάλανε φωτιά εκεί στην πλατεία γιά να μην τα πάρει κανείς.<br />Οταν λοιπόν κατέβηκαν οι κομμουνιστές, ένας από αυτούς είχε βάλει στο μάτι τη φοράδα του πατέρα μου και με το πρόσχημα της οπλοφορίας του, αποφάσισε να τον ξεκάνει, γιά να πάρει το λάφυρο.<br />- Βέβαια δεν καθόμουν και ήσυχος. Εγώ δεν τους χώνευα τους κομμουνιστές κι όποτε έβρισκα την ευκαιρία τους έφτιανα πολλά χουνέρια, αλλά δεν είχα και εναντίον τους εκείνο το πάθος που είχαν οι εθνικόφρονες. Εμείς οι Βενιζελικοί είχαμε πιό ξεκάθαρη ματιά στα πράγματα.<br />Αυτά τα έλεγε πάντα γιά να ξεκαθαρίσει τη θέση του από τα έκτροπα που έκαναν και οι εθνικόφρονες. Και ξεκινούσε μετά τη βαθιά του βουτιά στη διήγηση εκείνης της ιστορίας που κάθε φορά που την έλεγε, τον αναστάτωνε το ίδιο και που ποτέ δεν μπόρεσε να τη καταλάβει.<br /><br /><br />Ηταν στα 1947 ανήμερα της Υπαπαντής, δύο του Φλεβάρη, βραδάκι. Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας ήταν βαρύς. Είχε ένα παγωμένο ψιλόβροχο κι όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους. Καθόμουν που λές, και σ’ έπαιζα στα γόνατά μου. Ερχεται μιά στιγμή η πεθερά μου, η σχωρεμένη η Λένκω η μητριά της μάνας σου, ανήσυχη.<br />- Παύλο, μου λέει, πέρασαν τρεις και κοιτούσαν το σπίτι. Δεν είναι απ’ τα μέρη μας.<br />Δεν πρόλαβα καλά καλά να το σκεφτώ και νάσου κάτι δυνατοί χτύποι στη πόρτα. Πετάχτηκα πάνω κι έκανα να κινηθώ προς το σεντούκι που έκρυβα το πιστόλι. Ηταν ένα πιστόλι που μου το χάρισε στην υποχώρηση ένας βαρειά τραυματισμένος αξιωματικός στη γέφυρα του Στρυμόνα. Δεν πρόλαβα. Μπήκαν τρείς σπάζοντας με μιά κλωτσιά την πόρτα και με τα όπλα στα χέρια και οι δυό βρέθηκαν πάνω στο χαγιάτι με μιά σκάλα που έβαλαν απ’ έξω κι ανέβηκαν επάνω. Ούτε μπρος δηλαδή, ούτε πίσω.<br />- Συναγωνιστή Μαραγκάκη ακίνητος.<br />Ετσι μας προσφωνούσαν τότε, συναγωνιστές. Ενώ μεταξύ τους είχαν το σύντροφε. Με βγάλαν έξω και με πήγανε στο καφενείο του Γραμμένου. Εκεί συγκέντρωσαν και τους άλλους. Φέρανε τον Σκουντιά, τον Βαγγέλη της Πανάγιως, τον Μπαλάνο και τον Ανέστη τον Μπαρένιο. Μάλιστα τον Ανέστη, που τον είχε κρυμμένο η μάνα του, πήγε να τον φέρει με δόλο η Φανιώ, η αδερφή της μάνας του, βαρεμένη κομουνίστρια τότε, που την πέρασαν στρατοδικείο το 50, την καταδίκασαν σε θάνατο και την εκτέλεσαν ύστερα από λίγους μήνες. Εκεί λοιπόν μας έδεσαν πισθάγκωνα και μας άφησαν να παγώνουμε έξω από το καφενείο. Κατά τις δέκα το βράδυ ξεκινήσαμε και βγήκαμε από το χωριό με κατεύθυνση προς το βουνό. Εκανε ψόφο και στα μισά του δρόμου άρχιζε να χιονίζει. Μας συνόδευαν δέκα άτομα μέχρι την Μπάρα, μιά τοποθεσία τρία χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό και προς την κατεύθυνση των Κερδυλλίων. Εκεί φύγανε οι πέντε και περιμέναμε μέχρι τα χαράματα. Δεν ξέρω τι περιμέναμε. Ισως την απόφαση γιά την εκτέλεσή μας. Ούτε προς νερού μας δε μας λύνανε τα χέρια. Ξέρεις πως κατουρούσαμε; Πήγαινα με τη πλάτη, ξεκούμπωνα με τα δεμένα χέρια τα κουμπιά του παντελονιού αυτού που ήθελε να κατουρήσει και του την έβγαζα έξω. Πριν χαράξει, συνεχίσαμε την ανηφόρα μέσα στη λάσπη και στο κρύο, ανάμεσα από μονοπάτια που πρώτη φορά τα σκαρφάλωνα. Σ΄ενα σημείο γλίστρησα κι έπεσα. Δυσκολεύτηκα να σηκωθώ. Προσπάθησες ποτέ να σηκωθείς με δεμένα χέρια πίσω και σε γλιστερή ανηφόρα; Κάθε λίγο κι από ένας μας έπεφτε. Τους παρακαλέσαμε τότε να μας δέσουν τα χέρια μπροστά γιά να βαδίζουμε καλύτερα. Συμφώνησαν όχι τόσο από καλοσύνη, αλλά γιά να φτάσουμε πιό γρήγορα. Οταν λοιπόν πήγανε να μου δέσουνε τα χέρια μπρός, τα κράτησα όσο μπορούσα πιό χαλαρά κι έτσι μπορούσα εύκολα να ελευθερωθώ αν χρειαζότανε. Γιά μιά στιγμή ψιθυρίζω στον Βαγγέλη. Φύγουμε ρε του λέω. Μιά τρεχάλα είναι.<br />- Οχι, όχι μου έλεγε. Φύγε σύ.<br />Βλέπεις ο φουκαράς νόμιζε ότι επειδή ο αδερφός της Πανάγιως ήταν στο βουνό αντάρτης, θα τον γλύτωνε. Τι να τον γλυτώσει. Μετά από μιά βδομάδα τον βρήκαν κι αυτόν σφαγμένο. Φτάσαμε στους Τραζλάδες, μιά περιοχή πολύ έξω από το χωριό και ψηλά. Πήρανε πρώτο τον Σκουντιά και τον οδήγησαν μακριά μας περίπου τριάντα μέτρα σ’ ένα βαθούλωμα όπου τον περίμεναν άλλοι δύο. Τον έβλεπα από τη πλάτη και πάνω. Ούτε που νοιαζόντουσαν αν κοιτούσαμε ή όχι. Σε λίγο τον είδαμε να ξεντύνεται με κλάματα και παρακάλια.<br />- Γιατί ρε παιδιά, τους έλεγε, τι σας έκανα. Να πάρτε όσα χρήματα έχω.<br />Κι έκλεγε. Εκλεγε μ’ ένα κλάμα που σου πάγωνε τη ψυχή. Είχαμε μαρμαρώσει από το παράλογο και την απόγνωση. Ξαφνικά τον αρπάζει ο ένας από τα μαλλιά κι ο άλλος από πίσω του μπήγει μιά τεράστια κάμα στο πλάι του λαιμού, κάθετα με κατεύθυνση τη καρδιά. Γιά λίγο ακούσαμε ένα βαθύ μουγκρητό μέχρι που ξεψύχησε. Αργότερα έμαθα και το όνομα του δήμιου. Θανάσης Φαρλαλάς, από τη Λήμνο. Επειτα με οδήγησαν στο ίδιο σημείο και με πρόσταξαν να ξεντυθώ. Βλέπεις θέλαν και το πλιάτσικο καθαρό, χωρίς αίματα. Δίπλα μου τα πόδια του Σκουντιά ακόμη κουνιότανε. Μου λύσανε τα χέρια κι άρχισα να ξεντύνομαι ενώ το μυαλό μου έτρεχε με χίλια. Τι να κάνω. Ξεντυνόμουν κι όλο μου το κορμί ήταν έτοιμο να σπάσει. Μόλις έβγαλα και το σώβρακο, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε ξαφνικά, αλλά θυμάμαι αχνά μέσα μου να είπα, τι μαχαίρι, τι σφαίρα και δίνω μιά δυνατή μπουνιά στον έναν από τους δυό, αυτόν που κρατούσε το αυτόματο κι αρχίζω να τρέχω σα παλαβός. Αυτοί από πίσω να φωνάζουν, να τρέχουν, να πυροβολούν. Ούτε που καταλάβαινα τι έκανα. Ολο μου το μυαλό τόβαλα στα πόδια μου. Τρεχάλα να δουν τα μάτια σου. Δεν ξέρω πόση ώρα έτρεχα. Το σώμα μου είχε σχισθεί από παντού ανάμεσα στους βάτους και στα πουρνάρια. Μόλις έφτασα στο Αηδονοχώρι, βλέποντας όλοι μιά αιμάτινη μάζα να τρέχει, κρυφτήκανε στα σπίτια τους. Τους φώναζα να με βοηθήσουν. Μιά γυναίκα που γέμιζε τη στάμνα της στη βρύση, τη παράτησε με ουρλιαχτά κι έφυγε τρέχοντας. Πήγαινα να παλαβώσω. Ως που ένας ψαρομάλης γέρος μούδωσε ένα μαύρο θυμάμαι παντελόνι κι ένα παλιό σακάκι και με το μουλάρι του με οδήγησε στο σταθμό χωροφυλακής της Μαυροθάλασσας. Από κεί και πέρα δε θυμάμαι πολλά πράγματα. Με πήγανε στο νοσοκομείο της Νιγρίτας. Με πλακώσαν οι γιατροί στις αλοιφές κι από λάθος διάγνωση με στείλανε στο νοσοκομείο των Σερρών. Ακου να δείς. Με εξετάζει ένας γιατρός και στο αριστερό μου χέρι, ψάχνοντας ένα τραύμα από σφαίρα που με πέτυχε εδώ στο μπράτσο, αλλά βγήκε από την άλλη μεριά, βρίσκει η λαβίδα του κάτι σκληρό. Νομίζοντας ότι είναι η σφαίρα, ενώ ήταν το κόκαλο, αποφασίζει να με στείλουν στις Σέρρες γιά να μου τη βγάλουν, γιατί το νοσοκομείο της Νιγρίτας δεν είχε χειρουργείο.<br />Την ίδια μέρα λοιπόν, με πηγαίνουν στης Σέρρες όπου βέβαια δεν χρειάσθηκε να μου κάνουν εγχείρηση, μόνο με παπαρώσανε κι εκεί με αλοιφές, κάτι μαύρες αλοιφές θυμάμαι, σ’όλο μου το σώμα. Ολα αυτά βέβαια μαθεύτηκαν γρήγορα, τα γράψαν και οι εφημερίδες, κι έγινα που λες ήρωας. Τι Ταγματαρχαίοι, τι δήμαρχοι, τι στρατηγοί, πέρασαν να με δούν. Μέχρι κι ο δεσπότης ήρθε. Μπήκε στο θάλαμο σοβαρός κι ευθυτενής και με πλησίασε. Εγώ ο έρμος έκανα μιά προσπάθεια να του φιλήσω το χέρι.<br />- Οχι, όχι παιδί μου, μου λέει κοιτώντας γύρω γύρω σα να ζύγιαζε τα μυαλά των ακροατών του. Εγώ θα φιλήσω το χέρι σου. Το τιμημένο σου χέρι που χτύπησε τους συμμορίτες.<br />Παραμύθια. Δε μου το φίλησε, αλλά αντίθετα συνέχισε τα πατερικά του γιά να ακούν οι διπλανοί μου και να χαίρονται.<br />Υστερα από μερικές μέρες κι αφού είχα ορθοποδήσει από τις μεγάλες πληγές, βλέπω να μπαίνουν στο θάλαμο δυό και να κοιτάν τα ντενεκάκια που έχει κάθε κρεβάτι γιά την πορεία της αρρώστιας στον κάθ’ έναν. Θα ήμασταν στο θάλαμο περίπου δέκα με δώδεκα. Ο διπλανός μου όμως, ένας φουρνάρης από την Παλαιοκώμη, ονόματι Μπασιαλής αν θυμάμαι καλά, αναγνωρίζει τον έναν, ως γνωστό του βεβαίως.<br />- Βρέ Γιάννη, του λέει. Που’σε ρε πατρίδα. Πού χάθηκες τόσα χρόνια. Τι γυρεύεις εδώ.<br />Αυτοί που λές ταράζονται, αρχίζουν τα ψου ψού για λίγο, κάνουν στροφή και με κατεβασμένα κεφάλια, όχι από ντροπή βέβαια αλλά γιά να μη τους αναγνωρίσουν, το βάζουν στα πόδια. Μιά και δυό σηκώνομαι και πάω στη διεύθυνση του νοσοκομείου.<br />- Εγώ δεν κάθομαι εδώ, τους λέω. Αυτοί θα ξαναστείλουν ανθρώπους και θα μου την ανάψουν. Εχω οχτώ στόματα να θρέψω με το δικό μου και με χρειάζονται.<br />Είδαν κι απόειδαν οι γιατροί, μου δώσανε κάτι ρούχα από πεθαμένους κι έφυγα γιά το χωριό, που εν τω μεταξύ το είχανε πάλι τα εθνικά στρατεύματα. Παίρνω τη Φωτίκα, τη γριά και σας και ήρθαμε οριστικά στις Σέρρες. Ετσι που λες ήρθαμε εδώ. Από μιά φοράδα.<br /><br />*<br />Η ανάγκη να προκύψει ένα πρόσωπο που να απευθύνεται σ'αυτό ο πατέρας μου, με έφερε ακόμα πιό κοντά στη θέση του παραλήπτη μιάς εποχής που έζησα στις παρυφές της κι έκανε τον συγγραφέα του πιό ευάλωτο απ'ο,τι τον θυμόμουνα.<br /><br />Από μιά φοράδα..<br />Θυμάμαι τον παππού μου, ψηλό και γεμάτο υγεία μέχρι τα βαθειά του γηρατιά. Η γιαγιά μου τον κυνηγούσε το χειμώνα γιά να του φορέσει παλτό. Είχε μόνιμα εκείνο το βαθύ κι αφηρημένο βλέμα των ανθρώπων που πέρασαν και είδανε πολλά και νοιαζότανε γιά τους γιούς του με την ίδια δύναμη και ζωντάνια από τότε που τον θυμάμαι. Και τους έβαζε τις φωνές. Αν κατά τη παλιά κρητικιά του γνώμη κάτι δεν του άρεσε σ'αυτούς, θύμωνε και άρχιζε τις συμβουλες.<br />Την ιστορία του δεν την είχα ακούσει ποτέ. Ισως και να την είχε πεί καμιά φορά, σ'εκείνες τις γιορτινές συγκεντρώσεις που κάναμε κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα. Οπως όμως ήταν απόλυτα λογικό, οι μικροί σ'αυτές τις χαρές δεν ακούν τι λένε οι μεγάλοι και περιμένουν με έναν εκνευρισμό που ταράζει ακόμα περισσότερο τους μεγάλους, πότε θα τους επιτρέψουνε να φύγουν από το τραπέζι γιά ν'αρχίσουνε τα κυνηγητά και τα παι ]]></content>
</entry>
</feed>
