

ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗ
(Εξαντλήθηκε)
*
Με μια πράξη τακτοποίησης που μου είχανε κοινοποιήσει από το Πολεοδομικό Γραφείο των Σερρών, το πατρικό μας σπίτι, μαζί με όλο σχεδόν το οικόπεδό του, το έπαιρνε ο δρόμος που χαράχθηκε πρόσφατα και θα ένωνε κατ' ευθείαν την περιοχή της πάνω πόλης με την κοιλάδα των Αγίων Αναργύρων ή Μπέη Μπαξέ, όπως παλιότερα ονομάζονταν. Ετσι δεν θα αναγκαζότανε να κάνει κανείς το γύρο από την οδό Εθνικής Αντίστασης για να πάει στην κοιλάδα.
Δεν άσκησα κανένα ένδικο μέσο κατά της πράξης αυτής αφενός γιατί λείπω χρόνια από τις Σέρρες και το σπίτι έμενε ρημαδιό κι αφετέρου γιατί πιστεύω ότι αν μπεί στο μυαλό αυτών που αποφασίζουν τέτοια πράγματα, να κάνουν κάτι, δεν τους το βγάζεις με τίποτα κι άδικα θα ξοδεύεσαι.
Με τη δυσάρεστη αυτή ευκαιρία γύρισα στις Σέρρες ύστερα από πολλά χρόνια, για να αποτελειώσω τα διάφορα διαδικαστικά της απαλλοτρίωσης και για να συμμαζέψω και να πάρω τα λίγα πράγματα που είχανε απομείνει στο πατρικό μας. Ήξερα όμως ότι κατά βάθος πήγαινα εκεί από μια παλιά οφειλή που με παίδευε χρόνια κι όλο ήθελα να την εκπληρώσω. Έλειπα από τις Σέρρες πάνω από τριάντα χρόνια, εκτός από δυό τρία σύντομα ταξίδια που μ' έφεραν εδώ για λίγες ώρες και για κακές στιγμές, κι όλο έλεγα να κάνω μιά μέρα ένα ταξίδι για να πάρω μιά γεύση από τα παιδικά μου χρόνια.
Ο πατέρας μου μας άφησε χρόνους στα ογδοντατρία του, περίπου πλήρης ημερών που λένε, και η μάνα μου τον ακολούθησε ύστερα από μιά δεκαετία, προσπαθώντας να κρατήσει μιά δικαιοσύνη που εξισορροπούσε τη διαφορά στις ηλικίες τους. Μέχρι το θάνατό της συνέχιζε να μένει στο σπίτι μας, αρνούμενη να το εγκαταλείψει και να έρθει μαζί μου ή να μείνει με τον αδελφό μου, γιατί έλεγε ότι δεν ήθελε κανέναν στο κεφάλι της και εν πάσει περιπτώσει οι νέοι με τους νέους και οι γέροι επιτέλους στην ησυχία τους.
Εμεινα σ' αυτό που μου σύστησαν για καλύτερο ξενοδοχείο στη πόλη και την επομένη το μεσημέρι ξεκίνησα για το σπίτι, που βρισκότανε στο τέρμα της οδού Παπάζογλου. Ο δρόμος αυτός ξεκινούσε από το παλιό γυμνάσιο θηλέων κι έφτανε μέχρι το πατρικό μας. Αγκάλιαζε δηλαδή όλη σχεδόν την νότια πλευρά του λόφου Κουλά, που βρισκότανε στην βορειοανατολική μεριά της πόλης.
Ηταν αρχές Σεπτέμβρη με ιδιαίτερα ζεστό καιρό και θέλησα να περπατήσω για να ξαναθυμηθώ τους κεντρικούς δρόμους της πόλης και πρόσωπα που από καιρό είχανε ξεχασθεί.
Ανέβηκα από την Εθνικής Αντίστασης όπου γινότανε παλιά το σώσε από μπαράκια, καφετέριες και σουβλατζίδικα. Τα περισσότερα μαγαζιά είχαν αλλάξει χρήση, λες και είχανε συμφωνήσει την ανταλλαγή των εμπορικών τους εμπειριών. Μπάρ είχαν απομείνει πια ελάχιστα και κυριαρχούσαν εμπορικά με ρούχα κι αντιπροσωπείες αυτοκινήτων με τεράστιες ταμπέλες φωτεινές και μη, που βγαίνανε πολύ πιο έξω από τις επίπεδες επιφάνειες των κτιρίων κι έκαναν έτσι ακόμα πιο ασφυκτική τη πόλη και τους δρόμους της. Που και που κανένα καφενείο απ' αυτά που προσπαθούσαν να κρατήσουν το νέο κόσμο και δύο παραρτήματα αστυνομικών τμημάτων από το φόβο μιάς άσκοπης βίας που περισσεύει στα χρόνια μας. Εστριψα αριστερά από την οδό Ορφέως όπου ακόμα υπήρχε η αίθουσα του Ορφέα, που γινότανε οι πολιτιστικές εκδηλώσεις της πόλης, μικρή και ασήμαντη πια αφού τη ζώνανε τα μεγαθήρια των πολυκατοικιών γύρω της. Παρέμενε ακόμα ένα όμορφο κτίριο με μιά απλή και ελάχιστα διακοσμημένη πρόσοψη, με τρείς σκαλισμένες ξύλινες πόρτες στη μπροστινή του πλευρά και με φωτιστικά σώματα που αντέγραφαν την παλιά εποχή της λάμψης της. Πρέπει να το είχαν χαρακτηρίσει διατηρητέο από καιρό, αν κρίνει κανείς από τις τμηματικές αναπαλαιώσεις που του έγιναν.
Από τη στροφή αντίκρισα το πατρικό μας στην άκρη του λόφου, πνιγμένο στον κισσό που από παλιά είχε την τάση να καταλάβει όλο το σπίτι. Οσα παντζούρια είχαν απομείνει ήτανε κλειστά. Ανέβηκα την ελαφρά ανηφόρα της οδού Ορφέως και σε λίγο ήμουν έξω από το σπίτι. Στην αυλή είχαν θεριέψει θάμνοι και δέντρα και η σιδερένια πόρτα άνοιξε με δυσκολία αν και είχε παραβιασθεί και οι πάνω μεντρεσέδες της ήταν σπασμένοι. Εφτασα στην πλαϊνή εξώπορτα και γύρισα με δυσκολία το κλειδί. Με το που μπήκα, ένοιωσα εκείνο το μαλακό ξέσπασμα της μνήμης που αναζητούσε να ακουμπήσει σε χρόνια παλιά και παρωχημένα. Μπήκα στο χώλ που στη συνέχεια με την τραπεζαρία σχημάτιζαν ένα κεφαλαίο γάμα κι ανέβηκα τα λίγα σκαλιά που οδηγούσαν στο σαλόνι και στο γραφείο. Σε πολλά σημεία το πάτωμα ήταν λειψό και φαινότανε από κάτω του το σκληρό υλικό της τσιμεντένιας πλάκας. Στους τοίχους του γραφείου, η βιβλιοθήκη και ο καναπές είχανε αφήσει τα σημάδια τους από την αλλαγή των χρωμάτων.
Κι έτσι όπως η μνήμη προκαλεί το χρόνο, θυμήθηκα ένα αποκριάτικο πάρτυ των γονιών μου, όταν ήμουν γύρω στα οχτώ, με πολλούς καλεσμένους να χορεύουν μέχρι τα χαράματα. Με είχανε βάλει να κοιμηθώ στης γιαγιάς μου, που καθόταν στον κάτω από μας όροφο. Εχοντας όμως μέσα μου τη λαχτάρα να δω τους φίλους των γονιών μου και να θαυμάσω τα αποκριάτικα κοστούμια τους, πολλές φορές τη νύχτα ανέβηκα από την εσωτερική σκάλα που συνέδεε τον όροφο της γιαγιάς με τον δικό μας και από τη χαραμάδα της πόρτας τους κρυφόβλεπα ντυμένους με τις επιθυμίες τους και τα κρυφά τους μυστικά να χορεύουν μέχρι το πρωί. Την άλλη μέρα οι γονείς μου απορούσαν πώς έγινε και γύρω γύρω από το ταβάνι στους χώρους που γινότανε το πατιρντί, υπήρχανε λεκέδες από μαύρα ζουμιά, ως που καταλάβανε ότι ο ιδρώτας τόσων σωμάτων με τους υδρατμούς και τη σκόνη, έκαναν ένα μείγμα που ήρθε και κάθισε στα ψιλά των τοίχων.
Ο παλιός και ως εκ τούτου αδυσώπητος χρόνος άρχισε δια των συνειρμών να κυριεύει σιγά σιγά το νου και να τον φέρνει στην επιθυμία των παρελθόντων. Οι τοίχοι του σαλονιού είχαν τα σημάδια από τους πίνακες που με μανία μάζευε ο πατέρας μου και κάνανε το σπίτι μας σα πινακοθήκη. Ξαναγύρισα στο χώλ και κατέβηκα τις σκάλες που οδηγούσανε στα υπνοδωμάτια του κάτω ορόφου. Πόρτες δεν υπήρχαν πουθενά. Ισως νάταν κι αυτό αποτέλεσμα των κατά καιρούς αποψιλώσεων που υφίστανται τα σπίτια όταν τα εγκαταλείπουν οι νοικοκυραίοι τους. Πεταμένα χαρτιά και σελίδες από παλιά περιοδικά ήταν σκόρπια και στα τρία υπνοδωμάτια.
Στο μπάνιο των γονιών μου, που ήτανε στη συνέχεια του υπνοδωματίου τους, είχανε μαζέψει και γω δεν ξέρω ποιοί, ό,τι άχρηστο από τη πρώτη ματιά, αλλά πιθανώς χρειαζούμενο σε μετέπειτα ζήτηση. Ηταν εκεί ένα παλιό κασετόφωνο, εμφανώς ταλαιπωρημένο από χτυπήματα, μιά μικρή βιβλιοθήκη σπασμένη στη μιά της άκρη και μιά παλιά γραφομηχανή ADLER, πολύ παλιό μοντέλο από τότε ακόμη, που θυμάμαι την είχε βρει ο πατέρας μου σ'ενα γραφείο της Νομαρχίας και τους αγόρασε μιά καινούρια για να την αντικαταστήσει. Χαρτιά και σελίδες από βιβλία, πολλές σελίδες σχισμένες και πεταμένες εδώ κι εκεί. Ενα καφέ λουρί από σκύλο που μου έφερε στο νού την αδυναμία του πατέρα μου στα σκυλιά, από τότε που ο αδερφός μου κι εγώ είχαμε μεγαλώσει και δεν είχε με τι να ασχολείται. Μιά μαύρη μπερζέρα άχρηστη πια και σχισμένη από παντού, ένας πίνακας ενός Σερραίου λογοτέχνη και μιά παλιά τσάντα δερμάτινη κατσιασμένη και γεμάτη λεκέδες από υγρασία, που μέσα της βρισκότανε ένας κίτρινος φάκελος αλληλογραφίας φουσκωμένος, κάτι δικόγραφα του πατέρα μου κι ένα παλιό κίτρινο μπίκ. Ανοιξα το φάκελο κι έβγαλα από μέσα τα περίπου διακόσια φύλλα που είχε. Αναγνώρισα τον γραφικό του χαρακτήρα κι άρχισα να διαβάζω.
Ηταν ένα κείμενο που προσπαθούσε να περισώσσει όσο γινότανε παλιές αναμνήσεις του από την ώρα που άρχισε να θυμάται τον εαυτό του. Δεν μου είχε πει ποτέ τίποτα γι' αυτό το γραφτό, αν και ήξερε πως πάντα τον υποπτευόμουνα για κρυπτολογοτέχνη.
Ξεκινούσε με αφιέρωση στα αδέλφια του Μιχάλη και Ιορδάνη. Τον Μιχάλη δεν τον πρόλαβα. Ηταν ο μεγαλύτερος αδελφός του που χάθηκε σε ναυάγιο το 1974 στα ανοιχτά της Τσιταγκόγκ στην Αφρική. Τον θείο Ιορδάνη όμως τον είχα ζήσει αρκετά. Ηταν χειρούργος, ψηλός και πάντα χαρούμενος. Μόνιμα σιγομουρμούριζε θυμάμαι ένα χαζοτράγουδο, το «πορόμ πομπέρο» κι όλοι οι ασθενείς του τον λάτρευαν. Πέθανε από καρκίνο στα 56 του, έχοντας ως γιατρός σαφή και απόλυτη γνώση του καθημερινού του μαρτυρίου. Η αμέσως επόμενη σελίδα είχε τον τίτλο του βιβλίου και στη συνέχεια, ένα μικρό κείμενο σαν εισαγωγή. Ακολουθούσε ο κύριος όγκος χωρισμένος σε ενότητες που είχαν σαν χαρακτηριστικό τους ένα συγκεκριμένο γεγονός που είχε ζήσει.
Πήρα τα χειρόγραφα και βγήκα στην αυλή. Η γειτονιά ήταν παραδομένη στον μεσημεριάτικο ύπνο της κι από μακριά ακουγότανε το βουητό της πόλης που χώνευε τραγούδια, μαρσαρίσματα μηχανών κι αυτοκινήτων παρά την προχωρημένη ώρα του μεσημεριού. Στο πίσω μέρος της αυλής ο τοίχος ήταν ψηλός και με προστάτευε από την περιέργεια της γειτονιάς. Κάθισα στο βορεινό πεζούλι κι άρχισα να τα διαβάζω.
Στη μνήμη των αδελφών μου Μιχάλη και Ιορδάνη
*
Γεννήθηκα το καλοκαίρι του 44 στην Ευκαρπία του νομού Σερρών. Η μάνα μου δεν θυμότανε ακριβώς την ημερομηνία. Τι να πρωτοθυμάται άλλωστε εκείνα τα δύσκολα χρόνια της κατοχής και του εμφύλιου στη συνέχεια, όπου έχανε η μάνα το παιδί και το παιδί τη μάνα κι αυτό σχεδόν κυριολεκτικά. Πολλές φορές όσο ζούσε, την ζόριζα να θυμηθεί κι άρχιζε η κακομοίρα,
- Είκοσι Ιουλίου ήταν; Οχι, όχι, είχε περάσει της Παναγίας. Εικοσιμία Aυγούστου; Μπα, ο πατέρας σου δεν είχε γυρίσει ακόμα από τα Κερδύλλια τότε.
Κι αφού παιδευότανε αρκετά ανάμεσα σε ημερομηνίες και γεγονότα, εγκατέλειπε θυμωμένη κάθε προσπάθεια. Και με το δίκιο της η γυναίκα, αφού έκανε εφτά παιδιά εκ των οποίων τα δύο πεθάνανε μικρά. Ο Σωτήρης που βγήκαμε μαζί ως δίδυμοι και πέθανε πάνω στους δέκα μήνες από διφθερίτιδα κι ο Λευτέρης που γεννήθηκε ένα χρόνο πρίν από μένα και βαφτίσθηκε άρον άρον, εν όψει του επικείμενου θανάτου του από άγνωστη για εκείνη την εποχή αιτία. Βέβαια η ταυτότητά μου γράφει 20 Φεβρουαρίου 1944. Ομως εκεί η μάνα μου είναι κατηγορηματική.
- Οχι, δεν γεννήθηκες χειμώνα, έλεγε. Χειμώνα γεννήθηκε ο Ιορδάνης και η Ελένη. Ολοι οι υπόλοιποι γεννηθήκατε καλοκαίρι.
Και κάποτε στην προσφυή μου παρατήρηση ότι, πώς με δήλωσαν πριν γεννηθώ, προς στιγμήν ταράχθηκε, με κοίταξε με μισόκλειστα μάτια, όπως όταν παλιότερα ήθελε να με βάλει στη θέση μου μετά από καμιά μου ζαβολιά και ήρεμα και ξεκάθαρα, μου πρόσθεσε ακόμα ένα χρόνο στη πλάτη μου.
- Είπαμε καλοκαίρι, καλοκαίρι του 43.
Ετσι λοιπόν κι εγώ έχω χάσει τη γέννησή μου ανάμεσα στα δύσκολα εκείνα χρόνια που πλησίαζε η απελευθέρωση από τους Γερμανούς. Γι'αυτό άλλωστε και με βαφτίσανε Λευτέρη. Γιά τη λευτεριά που πλησίαζε. Αυτή την εκδοχή βέβαια σερβίριζε ο πατέρας μου. Αλλά επειδή ξέρω πόσο Βενιζελικός είναι, είμαι σίγουρος ότι το όνομά μου οφείλεται στην αδυναμία που έτρεφε γιά τον συμπατριώτη του και εθνάρχη, προτομή του οποίου μέχρι και σήμερα έχει στο χωλ του σπιτιού του.
ΟΔΟΣ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ
*
Απροσδιόριστο εποχιακά βράδυ στα 1949. Γύρω από την πόλη ακούγονται κανονιές και προσπαθώ να κοιμηθώ σ'ενα κρεβάτι τεράστιο γιά τις παιδικές μου διαστάσεις. Η μάνα μου με σιγανή φωνή, που δεν ήξερα αν ήταν από φόβο ή από παιχνίδι, να μου λέει
- Tα κανόνια βαράνε, γιατί δεν έκανες καλά την προσευχή σου κι ο Θεός θύμωσε. Μα μη μου στενοχωριέσαι, είναι μακριά, πολύ μακριά, στη Νιγρίτα και οι μπόμπες πέφτουν στα νερά του Στρυμόνα. Ελα κοιμήσου, ησύχασε..
Ομως εγώ δώστου ξανά προσευχή, και να τη λέω αργά και καθαρά, γονατισμένος κάτω από το εικονοστάσι που είχαμε τότε στη κρεβατοκάμαρα και που περιείχε μόνο μιά εικόνα, την εικόνα του αγίου Νικολάου. Μου έκανε εντύπωση η αυστηρή ματιά του άγιου, έτσι ακίνητος και σοβαρός που με κοίταζε και νόμιζα τότε πως αποκλείεται να μου κάνει τη χάρη και να διώξει τα κανόνια και το φόβο μου από τις κανονιές. Και οι βροντές να συνεχίζονται κι από πάνω εγώ με τις προσευχές μου. Θυμάμαι είχα μιάν αίσθηση παράκλησης που έβγαινε βαθειά από τη καρδιά μου.
Ο πατέρας μου σε κάθε κανονιά να τινάζεται στον ύπνο του. Δεν νομίζω να κοιμόταν.
*
Το πρώτο σπίτι που θυμάμαι στην οδό Θεσσαλονίκης, ήταν ένα σπίτι διώροφο και μεγάλο που είχε ξεμείνει ως αρχοντικό με άνετους και δροσερούς χώρους. Ηταν ομορφο και με τη φτώχεια που μας έδερνε τότε, δεν ξέρω κι εγώ πώς βρήκαμε τέτοιο σπίτι. Με ξύλινα κουφώματα σκαλιστά στις οριζόντιες επάνω μεριές τους και με τη μπογιά τους από χρόνια ξεφτισμένη, έτσι που τα νερά του ξύλου έβγαιναν ανάγλυφα από το πέρασμα του χρόνου και την έλλειψη συντήρησης.
Μπροστά από το σπίτι ο δρόμος έκανε μιά μεγάλη εσοχή και φαινόταν να ανήκει σαν αυλή στο σπίτι που καθόμασταν, πλην όμως δεν έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο, γιατί απ' ό,τι θυμάμαι, ήταν χώρος που τον χρησιμοποιούσανε όλοι και γιά ο,τιδήποτε. Αλλωστε εκείνο τον καιρό η γή δεν ήταν χρυσάφι όπως σήμερα, να τη μαντρώνουμε επακριβώς στις άκρες των εκατοστών της ιδιοκτησίας μας, αλλά χώρος που πολλές φορές προσφέρονταν από τους νοικοκυραίους της και γιά τις ανάγκες των γειτόνων τους ή των περαστικών.
Μέναμε τότε μαζί με μιάν άλλη οικογένεια να μοιραζόμαστε τους δύο ορόφους αυτού του όμορφου σπιτιού. Από αυτούς δεν θυμάμαι τίποτα. Θάτανε φαίνεται για λίγους μήνες συγκάτοικοι μαζί μας ή θα κάνανε μιά ζωή ανύπαρκτη για τα μάτια μου τότε. Αντίθετα θυμάμαι στο παραδιπλανό μας σπίτι να κάθεται μιά οικογένεια που είχε μιά κόρη αρκετά μεγαλύτερη από μένα. Τη Στέλλα που τη φωνάζανε για ένα διάστημα Αγορίτσα, συγκοπτόμενο εκ του Μαυραγορίτσα, εξυπονοώντας άνομες δραστηριότητες του πατέρα της. Ο,τι χειρότερο γιά κείνα τα χρόνια. Αλλά περιέργως, την ίδια ούτε που την ένοιαζε, είτε από πλήρη παραδοχή των ανομιών του πατέρα της είτε από άγνοια της λέξης κι έτσι σιγά σιγά έσβησε και χάθηκε το παρατσούκλι της. Ηταν μελαχροινή κι όμορφη.
Ενα μεσημέρι όπου όλα ήταν ήσυχα και παραδομένα στη κάψα του καλοκαιριού, με πήρε απ’το χέρι και με οδήγησε στο πίσω μέρος της αυλής, εκεί που βρισκότανε το κοινό για τις δύο οικογένειες πλυσταριό.
- Κοίτα, μου είπε, δες τι έχω κρυμμένο εδώ γιά τον Μιχάλη τον αδερφό σου και να του πείς, η Στέλλα σ’αγαπάει.
Υστερα άνοιξε αργά τα πόδια της και μου έδειξε κάτι σκοτεινό που βρισκόταν βαθειά στο διχαλωτό κορμί της κι έτσι όπως το είδα μαύρο και τριχωτό, έβαλα τα κλάματα κι έφυγα τρέχοντας.
Κι από τότε, με έναν πέπλο ενοχής που έπεσε ανεξήγητα στις καρδιές μας, αποφεύγαμε να βρισκόμαστε μαζί στα παιχνίδια κι ούτε βέβαια που είπα ποτέ του αδερφού μου τίποτα, αφού ακόμα τότε δεν ήξερα από αγάπες και τη φλόγα που κρυβότανε πίσω από τέτοιες φοβερές λέξεις.
*
Απέναντι από το σπίτι μας υπήρχε μιά μεγάλη αλάνα όπου τοποθετούσανε τεράστιους κορμούς δέντρων γιά τη διπλανή κορδέλα του Γεωργιάδη. Σ'αυτή την αλάνα αργότερα στα 1960 αν θυμάμαι καλά, έκτισαν εκκλησία που επωνομάσθηκε της Παναγούδας. Ηταν ένα τεράστιο οικόπεδο που έπιανε σχεδόν όλο το χώρο και τον έκλειναν τρείς δρόμοι. Η οδός Θεσσαλονίκης, η οδός Κοσμά Αλεξανδρίδη κι ένας αβάφτιστος δρόμος που ακόμη τότε ήταν σε διάνοιξη και κατά το μεγαλύτερο μέρος του περνούσε ανάμεσα από αυλές και χαλάσματα. Από τη νότια πλευρά αυτής της αλάνας ήτανε ο διαχωριστικός και ψηλός τοίχος του καλοκαιρινού σινεμά Rex.
Εκεί φέρνανε κάθε καλοκαίρι καμήλες, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω ακόμα και σήμερα πώς αυτά τα πλάσματα του ισημερινού βρεθήκανε στα μέρη μας. Το μουγκανητό τους μου φαινότανε φοβερό κι ατέλειωτο, όσο κι όγκος τους κι όποτε μουγκάνιζαν, έβαζα τα κλαματα κλείνοντας τ'αφτιά μου κι έτρεχα γραμμή γιά να χωθώ κάτω από τους τεράστιους κορμούς των δέντρων που τότε μόνιμα υπήρχαν εκεί.
Τις είχε ένας καμηλιέρης μαύρος και τριχωτός, ο Σεραφείμ, και τις οδηγούσε με κάτι περίεργες κραυγές, που έκαναν εκείνα τα θηρία να τον υπακούν χωρίς δεύτερη κουβέντα. Τα οδηγούσε έξω από το καρβουνιάρικό του, που βρισκότανε σ'ενα πλαϊνό δρομάκι της οδού Θεσσαλονίκης και τα έβαζε να κάθονται στη σκιά όπου μόνιμα μασουλούσανε.
Πολλά χρόνια αργότερα ξαναβρήκα τον Σεραφείμ, που πιά περιορίσθηκε μόνο στο μαγαζί του με τα κάρβουνα, να κάθεται τα μεσημέρια και να πίνει αργά σ'ενα παλιό καφενείο, κοντά στο πρακτορείο των λεωφορείων γιά το Σιδηρόκαστρο.
- Τις καμήλες; Που τις θυμήθηκες τώρα τις καμήλες.. Το βλέμμα του έφυγε μακριά. Πεθάνανε. Εχει πάνω από σαράντα χρόνια που πεθάνανε. Εφευγαν μιά μιά με τη σειρά τους, γιά να προλαβαίνω να τις κλαίω. Να κλαίω και να βρίζω μαζί, γιατί έσκαβα μερόνυχτα γιά να τις θάψω.
Εμεινε ξανά με το νού του χαμένο σε κείνα τα χρόνια.
- Εχεις θάψει ποτέ καμήλα; Τα χέρια μου είχανε ανάψει απ’ το σκάψιμο.
*
Σ'αυτή την αλάνα βρισκότανε σχεδόν κάθε απόγευμα όλοι οι φίλοι των μεγάλων μου αδελφών, δηλαδή παιδιά στην ηλικία των δώδεκα και δεκατριών χρόνων ή και μεγαλύτερα, που τότε ακόμα φορούσανε κοντά πανταλόνια, αφού ήταν αδιανόητο γιά τα χρόνια εκείνα να υπάρχουν παιδιά σ’αυτές τις ηλικίες με μακριά μπατζάκια στα πανταλόνια τους. Αψευδείς μάρτυρες των όσων ισχυρίζομαι είναι βεβαίως και οι φωτογραφίες της εποχής από παρελάσεις, όπου θεόρατοι νταγλαράδες των δεκαπέντε χρόνων, φοράνε κοντά πανταλόνια και παρελαύνουν περήφανοι και καμαρωτοί.
Βαθιά μέσα μου οι φωτιές του Αϊ Γιαννιού κι όλοι μαζί σε κείνη την αλάνα να πηδάνε με αλλαλαγμούς και το σημάδι του θάρρους στα μάτια τους από τα πύρινα βαφτίσια. Μόνο που ανάβανε τις φωτιές απρόσεχτα κι ανάμεσα στους χοντρούς κορμούς των δέντρων, κι ερχότανε αλαφιασμένος ο Μπακράτσας ο μόνος και κακομούτσουνος εργάτης του Γεωργιάδη, που τον βαφτίσαμε έτσι γιατί πάντοτε τον βλέπαμε να τρώει τα μεσημέρια μέσα από μιά τσίγκινη μπακράτσα, καμπακτσής από τα βάθη της Μισσίας με τα σπασμένα του ελληνικά, να τους διώχνει με φωνές και τρόμο.
- Αϊντε μπρέ γαϊδούρια. Θα μας βρεί κακό με τα σπίρτα και τα τσιακμάκια. Ολο το ντοβλέτι θα κάψετε κι εμένα τ’αφεντικό μ’ παράδες θα κόψει.
Ξεθωριασμένος χρόνος και μικρές θολές εικόνες μέσα μου η Κωστούλα που έμενε μαζί με την οικογένεια Ιορδανίδη, ένα κορίτσι στην ηλικία μου, και η Φανή, επίσης κι αυτή στην ηλικία μου, με ένα μεγάλο κόκκινο σημάδι μόνιμο, που ανέβαινε από το λαιμό της κι έφτανε στο πρόσωπο.
Κι επειδή τότε η πρώτη ύλη των παιδικών παιχνιδιών ήταν άφθονη, μιά κι όλα σχεδόν είχαν να κάνουν αφ'ενός με την παιδική ευρηματικότητά κι αφ'ετέρου με τη φτώχεια μας, τις τάιζα ως γιατρός χώμα με ένα κουτάλι, το οποίο έπρεπε να εκλαμβάνουν γιά φάρμακο. Κι αυτές οι έρμες το έτρωγαν κι έτρωγαν της χρονιάς τους στο σπίτι όταν γύριζαν βρώμικες και ελεεινές. Τις βλέπω πότε πότε και σήμερα υπερβαρείς να περπατούν στο δρόμο και φευγαλέα μου περνά απ’το μυαλό μήπως κι εγώ ήμουν ο φταίχτης γιά τα παραπανίσια τους κιλά, από το χώμα που έφαγαν και που ποτέ δεν είχαν αποβάλει.
*
Λίγα μέτρα ανατολικώτερα από το σπίτι που μέναμε ήταν το Τσιφλίκι. Εκεί πρωτοκαθίσαμε όταν φύγαμε από το χωριό. Επειδή όμως από κείνο το χρονικό διάστημα δεν έχω μέσα μου καμμιά εικόνα ώστε να την καταθέσω εδώ, η πρώτη αυτή μετακόμιση δεν λαμβάνεται υπ'οψη.
Το Τσιφλίκι ήτανε μιά συστάδα σπιτιών κολητών το ένα με το άλλο σε σχήμα πέταλου, με μιάν εσωτερική αυλή κοινόχρηστη, που στο κέντρο της είχε ένα μεγάλο πηγάδι με μαγγάνι. Ηταν βαθύ με ολοστρόγγυλες πέτρες γύρω του χτισμένες που κατέβαιναν μέχρι και πέντε μέτρα, όπου πιά άρχιζε το μάτι να χάνει τα σχήματα από το φώς που λιγόστευε. Εκεί εναπόθετα τις πρώτες μυστηριακές μου αναζητήσεις και τις ρίζες των παραμυθιών που άκουγα από τα στόματα των μεγαλύτερων. Πήγαινα με φόβο στην άκρη της στεφάνης του και σκύβοντας μέσα, φώναζα αργά και καθαρά διάφορα φωνήεντα, που το φυσικό ηχείο του πηγαδιού τα δυνάμωνε και τα έκανε φοβερούς ήχους, που στη συνέχεια με τρόμαζαν και τόβαζα στα πόδια.
Στο Τσιφλίκι έμενε κι ο θείος μου ο Ηλίας, αρχικά τσαγκάρης κι έπειτα κηπουρός στη Νομαρχία. Κάθε χρόνο στη γιορτή του έβγαζε μ'ευλάβεια ένα παλιό βιολί που τόχε φέρει από την Καπαδοκία κι έπαιζε τούρκικους σκοπούς προς τέρψη της γειτονιάς και των μουσαφιραίων του, που έφταναν από κάθε σημείο της πόλης, όπου τους είχε σκορπίσει η κοινωνική πολιτική μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών.
Το σπίτι τους ήταν ένα όμορφο παλιό τούρκικο σπίτι με χαγιάτι και με δροσερό υπόγειο, που τα καλοκαίρια παίζαμε Καραγκιόζη. Νοιώθω ακόμα και σήμερα την παλιά εκείνη δροσιά να γλύφει το κορμί μου, όταν καθόμασταν στον πάγκο περιμένοντας την παράσταση. Τότε ήμασταν πολύ μικροί γιά να παίζουμε κι εμείς. Μόνο μας έστηναν οι μεγαλύτεροι από νωρίς ως θεατές σε ο,τιδήποτε μπορούσε να παριστάνει το κάθισμα, γιά να αυξήσουν έτσι περισσότερο τη βαρύτητα των όσων θα ακολουθούσαν. Κι όταν έπαιρνε να βραδυάζει αρχίζανε την παράσταση, αντιγράφοντας τα σουσούμια της φωνής των καραγκιοζοπαιχτών, που τότε συχνά πυκνά ερχότανε τα καλοκαίρια στη πόλη μας γιά παραστάσεις στο καφενείο του Καρεκλά. Και να τα χάχανα και οι χαρές.
Ερχότανε και μεγάλοι, συνήθως γείτονες, σε κείνες τις παραστάσεις, που όμως ή καθότανε λίγο και φεύγανε, ή θέλοντας να κάνουν τους πολύξερους, ύστερα από λίγη ώρα πηγαίναν πίσω από το πανί, πανί το λέγαμε όχι μπερντέ, κι αρχίζανε να πουλάνε γνώση και να κάνουν παρατηρήσεις. Τότε έσπαζε η παράσταση, η φωνή του Καραγκιόζη και των άλλων πρωταγωνιστών έχανε το κέφι και το χρώμα της και συχνά σταματούσε άδοξα το πανηγύρι με τα παιδιά που παίζανε, τσατισμένα κι εμάς να τους αμολούμε βρισιές που τις μουρμουρίζαμε βεβαίως, μη τολμώντας να τους στολίσουμε κατά πρόσωπο από σέβας οι λιγώτεροι κι από το φόβο της επαπειλούμενης σφαλιάρας οι υπόλοιποι.
*
Ενοιωθα μετέωρος μέσα στο χρόνο των γραφτών του πατέρα μου, έχοντας ανοχείρωτα αισθήματα, έτοιμα να προσαρτηθούν στο χώρο και να συνδράμουν ως πρώτη ύλη σ'αυτά που υποπτευόμουνα ότι θα ακολουθούσανε σε λίγο.
Αποκομμένος αναπάντεχα από το αίσθημα του προσανατολισμού που μας παραστέκει όσο βαθειά και μακρυά κι αν πάμε, το μυαλό μου κατρακυλούσε σ'ενα κόσμο βυθισμένο στους αργούς του ρυθμούς και στην αυταπόδεικτη ευτυχία του. Ολα γύρω μου απόκτησαν τη διαφάνεια που μας προκύπτει από τη σφοδρή επιθυμία γιά πράγματα αόριστα αλλά και παράλληλα βαθειά επιθυμητά.
Ο χρόνος και ο τόπος όπου ασυζητητί εναποθέτουμε την ευτυχία μας, τα παιδικά μας χρόνια δηλαδή, απλώθηκαν σα λάβδανο στη ψυχή μου. Εφτασα να γίνω ένα με την φαρδιά πεζούλα που καθόμουνα. Ακίνητος, κρατώντας κι αυτήν ακόμα την αναπνοή μου, έπνιγαν τ'αφτιά μου απόμακρες μουσικές κι ο νόστος στρώθηκε πάνω μου σα χιόνι, επικαλύπτοντας τα καθημερινά κι αφανίζοντας σχήματα και πράγματα που μας κρατάνε ατσαλάκωτους στο κυνήγι της μέρας. Κοίταζα αχόρταγος πίσω από τις λέξεις να βρώ τα χλοερά τοπία όπου είχανε ριζώσει οι βαθύτεροι λόγοι της συγγραφής αυτού του κειμένου.
Εχοντας από χρόνια χάσει τον συνεκτικό ιστό που υφαίνει ο πατρογονικός μας χώρος, προσφέροντάς μας φίλους, αγαπημένες και γεγονότα, τα γραφτά που κρατούσα στα χέρια μου ήταν γιά μένα η απαλή βροχή πάνω στο ξερό και διψασμένο χώμα των προσωπικών μου πλέον επιθυμιών να ξαναφέρω στη μνήμη μου το δικό μου ξεχασμένο τοπίο των παιδικών μου χρόνων.
Στα μακρυνά και παγωμένα ταξείδια των άστρων, όπου ίσως κατοικούν οι ψυχές, συναντώ την επιθυμία του πατέρα μου να μού μιλήσει μ'ενα κείμενο που, ποιός ξέρει τι νομοτελειακοί κανόνες και σημαδιακές στιγμές, το εναπόθεσαν μέσα σε μιά παλιά δερμάτινη τσάντα να με περιμένει τόσα χρόνια. Τέλος, έμπαινα στα παιδικά του χρόνια μ’ενα αίσθημα ανατροπής των βιολογικών νόμων και της ισορροπίας της λογικής, αφού ο πατέρας μου σεργιάνιζε μέσα στις σελίδες του βιβλίου του μικρός, κι εγώ βρισκόμουν απέναντί του μεσήλικας.
Οι νεκροί άρχισαν να πληθαίνουν μέσα μου και να με τραβάνε στο δικό τους χρόνο και το ταξείδι στον παιδικό κόσμο του πατέρα μου αρμένιζε με φουσκωμένα πανιά σε χώρους που προσπαθούσα να αναπλάσω από τα γραφόμενά του και τα σχεδόν ελάχιστα απομεινάρια της πόλης σήμερα, όπως τα γνώρισα στα λίγα βιαστικά ταξείδια μου. Η μεγάλη αυλή στην εκκλησία της Παναγούδας, καθαρή και περιποιημένη, διεκπεραιώνει τα αναγκαία κοινωνικά γεγονότα και το βιολί του παπούλη μου ξαναγύρισε στην Καπαδοκία.
*
Εδώ θα κάνω μιά παρεμβολή. Θέλω να σου εξηγήσω γιά ποιό λόγο αφήσαμε το χωριό και ήρθαμε στις Σέρρες.
Το 1947 ο πατέρας μου είχε στο χωριό μιά φοράδα όμορφη και λιγερή που τη ζήλευαν όλοι. Τη φώναζε Κούλα. Είχε κι ένα πιστόλι, που του τόχε δώσει ένας αξιωματικός που τραυματίσθηκε στην υποχώρηση και δεν του έμεναν πολλές ώρες να ζήσει.
Ο εμφύλιος είχε ήδη ξεκινήσει να ρημάζει τον τόπο. Μιά κάποια στιγμή λοιπόν εκείνο τον καιρό στο χωριό μας, ήρθαν στα πράγματα οι κομμουνιστές. Κι όταν λέω στα πράγματα εννοώ την, γιά λίγες μέρες, κατάληψη χωριών και τοποθεσιών στη διαμάχη τους με τα εθνικά στρατεύματα, όπως τα έλεγαν, γιά να τα ξεχωρίσουν από τους συμμορίτες και τους κατσαπλιάδες, όπως τότε με πολύ βδελυγμία αποκαλούσαν οι εθνικόφρονες και οι πολιτικά αδιάφοροι τους κομμουνιστές. Ταχτικά τότε με τις ανάλογες επιθέσεις των μεν ή των δε, τα γύρω χωριά της Νιγρίτας άλλαζαν εξουσία, έρμη εξουσία δηλαδή, αφού είχε το μέγεθος των επιθυμιών των κάθε τοπικών μικροπαραγόντων, που με το πρόσχημα βαρύγδουπων κοινωνικών και πολιτικών εννοιών, καθόριζαν τις τύχες των συγχωριανών τους και ρήμαζαν τις περιουσίες τους. Αλλωστε εκείνο τον καιρό οι λέξεις είχαν χάσει τη σημασία τους. Η πολιτική καθαρότητα, όποτε υπήρχε, ύπτατο μόνο στα τραπέζια που διαπραγματευότανε η εξουσία και οι εκτελεστικάριοι αυτών των ανθρώπων που αποφάσιζαν κατά το ποσοστό που τους ανήκε, ψίχουλα δηλαδή, ήτανε κι όχι βέβαια πάντα, κάτι μίζερα ανθρωπάκια που κάρφωναν ο ένας τον άλλο γιά καθαρά προσωπικά τους συμφέροντα κι απολαβές. Ετσι πιάσανε και τον πατέρα μου. Μαζί με άλλους τέσσερις που είμαι σίγουρος ότι ανάλογες τύχες καθόριζαν τη ζωή και το θάνατό τους.
Οταν λοιπόν ήρθαν στα πράγματα οι κομμουνιστές μπήκανε στο χωριό κι άρχισαν από παντού το πλιάτσικο. Ο,τι είχε δηλαδή απομείνει από το προηγούμενο πλιατσικολόγημα των πρώην παοτζήδων. Αυτοί κι αν ήταν ακρίδες. Ητανε απομεινάρια ένοπλων σωμάτων που είχανε συνεργασθεί με τους γερμανούς στην περίοδο της κατοχής και στον εμφύλιο ακολουθούσανε τα εθνικά στρατεύματα σαν τα κοράκια που μυρίζονται ψοφίμι. Κατέβαιναν μπουλούκια μπουλούκια στα χωριά κι άρπαζαν γιά τις ανάγκες μαθές της επιμελητείας τους. Γιά να καταλάβεις το μέγεθος της πατριωτικής τους ευθύνης και του τίμιου αγώνα τους, θα σου πω μιά ιστορία που μου είπε κάποτε ο πατέρας μου. Τον Μάη του 44 ήρθαν στο χωριό καμιά σαρανταριά από αυτούς κι άρχισαν μετά από έναν πατριωτικό δεκάρικο που εκφώνησε ο επικεφαλής τους, να μαζεύουν μέσα από τα σπίτια φλοκάτες, ρούχα, τρόφιμα κι ό,τι άλλο έβαζε ο νους σου. Μέχρι και τη μοναδική πολυθρόνα του Νεόφυτου του κουρέα κουβαλήσανε στη πλατεία όπου τα συνάζανε. Αφού τα συγκέντρωσαν όλα σε μιά μεγάλη στοίβα στο κέντρο της πλατείας, το ρίξανε στα ούζα και στο χορό. Επειτα ξεκίνησαν να τα μοιράσουνε. Αρχίσανε με φωνές, συνέχισαν με καυγάδες και στο τέλος πιάστηκαν στις πιστολιές μεταξύ τους. Μόνο νεκρούς δεν είχαν. Στο τέλος είδαν το θέμα με τη δικαιοσύνη που τους χαρακτήριζε. Τα βάλανε φωτιά εκεί στην πλατεία γιά να μην τα πάρει κανείς.
Οταν λοιπόν κατέβηκαν οι κομμουνιστές, ένας από αυτούς είχε βάλει στο μάτι τη φοράδα του πατέρα μου και με το πρόσχημα της οπλοφορίας του, αποφάσισε να τον ξεκάνει, γιά να πάρει το λάφυρο.
- Βέβαια δεν καθόμουν και ήσυχος. Εγώ δεν τους χώνευα τους κομμουνιστές κι όποτε έβρισκα την ευκαιρία τους έφτιανα πολλά χουνέρια, αλλά δεν είχα και εναντίον τους εκείνο το πάθος που είχαν οι εθνικόφρονες. Εμείς οι Βενιζελικοί είχαμε πιό ξεκάθαρη ματιά στα πράγματα.
Αυτά τα έλεγε πάντα γιά να ξεκαθαρίσει τη θέση του από τα έκτροπα που έκαναν και οι εθνικόφρονες. Και ξεκινούσε μετά τη βαθιά του βουτιά στη διήγηση εκείνης της ιστορίας που κάθε φορά που την έλεγε, τον αναστάτωνε το ίδιο και που ποτέ δεν μπόρεσε να τη καταλάβει.
Ηταν στα 1947 ανήμερα της Υπαπαντής, δύο του Φλεβάρη, βραδάκι. Εκείνη τη χρονιά ο χειμώνας ήταν βαρύς. Είχε ένα παγωμένο ψιλόβροχο κι όλοι είχαν κλειστεί στα σπίτια τους. Καθόμουν που λές, και σ’ έπαιζα στα γόνατά μου. Ερχεται μιά στιγμή η πεθερά μου, η σχωρεμένη η Λένκω η μητριά της μάνας σου, ανήσυχη.
- Παύλο, μου λέει, πέρασαν τρεις και κοιτούσαν το σπίτι. Δεν είναι απ’ τα μέρη μας.
Δεν πρόλαβα καλά καλά να το σκεφτώ και νάσου κάτι δυνατοί χτύποι στη πόρτα. Πετάχτηκα πάνω κι έκανα να κινηθώ προς το σεντούκι που έκρυβα το πιστόλι. Ηταν ένα πιστόλι που μου το χάρισε στην υποχώρηση ένας βαρειά τραυματισμένος αξιωματικός στη γέφυρα του Στρυμόνα. Δεν πρόλαβα. Μπήκαν τρείς σπάζοντας με μιά κλωτσιά την πόρτα και με τα όπλα στα χέρια και οι δυό βρέθηκαν πάνω στο χαγιάτι με μιά σκάλα που έβαλαν απ’ έξω κι ανέβηκαν επάνω. Ούτε μπρος δηλαδή, ούτε πίσω.
- Συναγωνιστή Μαραγκάκη ακίνητος.
Ετσι μας προσφωνούσαν τότε, συναγωνιστές. Ενώ μεταξύ τους είχαν το σύντροφε. Με βγάλαν έξω και με πήγανε στο καφενείο του Γραμμένου. Εκεί συγκέντρωσαν και τους άλλους. Φέρανε τον Σκουντιά, τον Βαγγέλη της Πανάγιως, τον Μπαλάνο και τον Ανέστη τον Μπαρένιο. Μάλιστα τον Ανέστη, που τον είχε κρυμμένο η μάνα του, πήγε να τον φέρει με δόλο η Φανιώ, η αδερφή της μάνας του, βαρεμένη κομουνίστρια τότε, που την πέρασαν στρατοδικείο το 50, την καταδίκασαν σε θάνατο και την εκτέλεσαν ύστερα από λίγους μήνες. Εκεί λοιπόν μας έδεσαν πισθάγκωνα και μας άφησαν να παγώνουμε έξω από το καφενείο. Κατά τις δέκα το βράδυ ξεκινήσαμε και βγήκαμε από το χωριό με κατεύθυνση προς το βουνό. Εκανε ψόφο και στα μισά του δρόμου άρχιζε να χιονίζει. Μας συνόδευαν δέκα άτομα μέχρι την Μπάρα, μιά τοποθεσία τρία χιλιόμετρα έξω απ’ το χωριό και προς την κατεύθυνση των Κερδυλλίων. Εκεί φύγανε οι πέντε και περιμέναμε μέχρι τα χαράματα. Δεν ξέρω τι περιμέναμε. Ισως την απόφαση γιά την εκτέλεσή μας. Ούτε προς νερού μας δε μας λύνανε τα χέρια. Ξέρεις πως κατουρούσαμε; Πήγαινα με τη πλάτη, ξεκούμπωνα με τα δεμένα χέρια τα κουμπιά του παντελονιού αυτού που ήθελε να κατουρήσει και του την έβγαζα έξω. Πριν χαράξει, συνεχίσαμε την ανηφόρα μέσα στη λάσπη και στο κρύο, ανάμεσα από μονοπάτια που πρώτη φορά τα σκαρφάλωνα. Σ΄ενα σημείο γλίστρησα κι έπεσα. Δυσκολεύτηκα να σηκωθώ. Προσπάθησες ποτέ να σηκωθείς με δεμένα χέρια πίσω και σε γλιστερή ανηφόρα; Κάθε λίγο κι από ένας μας έπεφτε. Τους παρακαλέσαμε τότε να μας δέσουν τα χέρια μπροστά γιά να βαδίζουμε καλύτερα. Συμφώνησαν όχι τόσο από καλοσύνη, αλλά γιά να φτάσουμε πιό γρήγορα. Οταν λοιπόν πήγανε να μου δέσουνε τα χέρια μπρός, τα κράτησα όσο μπορούσα πιό χαλαρά κι έτσι μπορούσα εύκολα να ελευθερωθώ αν χρειαζότανε. Γιά μιά στιγμή ψιθυρίζω στον Βαγγέλη. Φύγουμε ρε του λέω. Μιά τρεχάλα είναι.
- Οχι, όχι μου έλεγε. Φύγε σύ.
Βλέπεις ο φουκαράς νόμιζε ότι επειδή ο αδερφός της Πανάγιως ήταν στο βουνό αντάρτης, θα τον γλύτωνε. Τι να τον γλυτώσει. Μετά από μιά βδομάδα τον βρήκαν κι αυτόν σφαγμένο. Φτάσαμε στους Τραζλάδες, μιά περιοχή πολύ έξω από το χωριό και ψηλά. Πήρανε πρώτο τον Σκουντιά και τον οδήγησαν μακριά μας περίπου τριάντα μέτρα σ’ ένα βαθούλωμα όπου τον περίμεναν άλλοι δύο. Τον έβλεπα από τη πλάτη και πάνω. Ούτε που νοιαζόντουσαν αν κοιτούσαμε ή όχι. Σε λίγο τον είδαμε να ξεντύνεται με κλάματα και παρακάλια.
- Γιατί ρε παιδιά, τους έλεγε, τι σας έκανα. Να πάρτε όσα χρήματα έχω.
Κι έκλεγε. Εκλεγε μ’ ένα κλάμα που σου πάγωνε τη ψυχή. Είχαμε μαρμαρώσει από το παράλογο και την απόγνωση. Ξαφνικά τον αρπάζει ο ένας από τα μαλλιά κι ο άλλος από πίσω του μπήγει μιά τεράστια κάμα στο πλάι του λαιμού, κάθετα με κατεύθυνση τη καρδιά. Γιά λίγο ακούσαμε ένα βαθύ μουγκρητό μέχρι που ξεψύχησε. Αργότερα έμαθα και το όνομα του δήμιου. Θανάσης Φαρλαλάς, από τη Λήμνο. Επειτα με οδήγησαν στο ίδιο σημείο και με πρόσταξαν να ξεντυθώ. Βλέπεις θέλαν και το πλιάτσικο καθαρό, χωρίς αίματα. Δίπλα μου τα πόδια του Σκουντιά ακόμη κουνιότανε. Μου λύσανε τα χέρια κι άρχισα να ξεντύνομαι ενώ το μυαλό μου έτρεχε με χίλια. Τι να κάνω. Ξεντυνόμουν κι όλο μου το κορμί ήταν έτοιμο να σπάσει. Μόλις έβγαλα και το σώβρακο, δεν ξέρω τι μ’ έπιασε ξαφνικά, αλλά θυμάμαι αχνά μέσα μου να είπα, τι μαχαίρι, τι σφαίρα και δίνω μιά δυνατή μπουνιά στον έναν από τους δυό, αυτόν που κρατούσε το αυτόματο κι αρχίζω να τρέχω σα παλαβός. Αυτοί από πίσω να φωνάζουν, να τρέχουν, να πυροβολούν. Ούτε που καταλάβαινα τι έκανα. Ολο μου το μυαλό τόβαλα στα πόδια μου. Τρεχάλα να δουν τα μάτια σου. Δεν ξέρω πόση ώρα έτρεχα. Το σώμα μου είχε σχισθεί από παντού ανάμεσα στους βάτους και στα πουρνάρια. Μόλις έφτασα στο Αηδονοχώρι, βλέποντας όλοι μιά αιμάτινη μάζα να τρέχει, κρυφτήκανε στα σπίτια τους. Τους φώναζα να με βοηθήσουν. Μιά γυναίκα που γέμιζε τη στάμνα της στη βρύση, τη παράτησε με ουρλιαχτά κι έφυγε τρέχοντας. Πήγαινα να παλαβώσω. Ως που ένας ψαρομάλης γέρος μούδωσε ένα μαύρο θυμάμαι παντελόνι κι ένα παλιό σακάκι και με το μουλάρι του με οδήγησε στο σταθμό χωροφυλακής της Μαυροθάλασσας. Από κεί και πέρα δε θυμάμαι πολλά πράγματα. Με πήγανε στο νοσοκομείο της Νιγρίτας. Με πλακώσαν οι γιατροί στις αλοιφές κι από λάθος διάγνωση με στείλανε στο νοσοκομείο των Σερρών. Ακου να δείς. Με εξετάζει ένας γιατρός και στο αριστερό μου χέρι, ψάχνοντας ένα τραύμα από σφαίρα που με πέτυχε εδώ στο μπράτσο, αλλά βγήκε από την άλλη μεριά, βρίσκει η λαβίδα του κάτι σκληρό. Νομίζοντας ότι είναι η σφαίρα, ενώ ήταν το κόκαλο, αποφασίζει να με στείλουν στις Σέρρες γιά να μου τη βγάλουν, γιατί το νοσοκομείο της Νιγρίτας δεν είχε χειρουργείο.
Την ίδια μέρα λοιπόν, με πηγαίνουν στης Σέρρες όπου βέβαια δεν χρειάσθηκε να μου κάνουν εγχείρηση, μόνο με παπαρώσανε κι εκεί με αλοιφές, κάτι μαύρες αλοιφές θυμάμαι, σ’όλο μου το σώμα. Ολα αυτά βέβαια μαθεύτηκαν γρήγορα, τα γράψαν και οι εφημερίδες, κι έγινα που λες ήρωας. Τι Ταγματαρχαίοι, τι δήμαρχοι, τι στρατηγοί, πέρασαν να με δούν. Μέχρι κι ο δεσπότης ήρθε. Μπήκε στο θάλαμο σοβαρός κι ευθυτενής και με πλησίασε. Εγώ ο έρμος έκανα μιά προσπάθεια να του φιλήσω το χέρι.
- Οχι, όχι παιδί μου, μου λέει κοιτώντας γύρω γύρω σα να ζύγιαζε τα μυαλά των ακροατών του. Εγώ θα φιλήσω το χέρι σου. Το τιμημένο σου χέρι που χτύπησε τους συμμορίτες.
Παραμύθια. Δε μου το φίλησε, αλλά αντίθετα συνέχισε τα πατερικά του γιά να ακούν οι διπλανοί μου και να χαίρονται.
Υστερα από μερικές μέρες κι αφού είχα ορθοποδήσει από τις μεγάλες πληγές, βλέπω να μπαίνουν στο θάλαμο δυό και να κοιτάν τα ντενεκάκια που έχει κάθε κρεβάτι γιά την πορεία της αρρώστιας στον κάθ’ έναν. Θα ήμασταν στο θάλαμο περίπου δέκα με δώδεκα. Ο διπλανός μου όμως, ένας φουρνάρης από την Παλαιοκώμη, ονόματι Μπασιαλής αν θυμάμαι καλά, αναγνωρίζει τον έναν, ως γνωστό του βεβαίως.
- Βρέ Γιάννη, του λέει. Που’σε ρε πατρίδα. Πού χάθηκες τόσα χρόνια. Τι γυρεύεις εδώ.
Αυτοί που λές ταράζονται, αρχίζουν τα ψου ψού για λίγο, κάνουν στροφή και με κατεβασμένα κεφάλια, όχι από ντροπή βέβαια αλλά γιά να μη τους αναγνωρίσουν, το βάζουν στα πόδια. Μιά και δυό σηκώνομαι και πάω στη διεύθυνση του νοσοκομείου.
- Εγώ δεν κάθομαι εδώ, τους λέω. Αυτοί θα ξαναστείλουν ανθρώπους και θα μου την ανάψουν. Εχω οχτώ στόματα να θρέψω με το δικό μου και με χρειάζονται.
Είδαν κι απόειδαν οι γιατροί, μου δώσανε κάτι ρούχα από πεθαμένους κι έφυγα γιά το χωριό, που εν τω μεταξύ το είχανε πάλι τα εθνικά στρατεύματα. Παίρνω τη Φωτίκα, τη γριά και σας και ήρθαμε οριστικά στις Σέρρες. Ετσι που λες ήρθαμε εδώ. Από μιά φοράδα.
*
Η ανάγκη να προκύψει ένα πρόσωπο που να απευθύνεται σ'αυτό ο πατέρας μου, με έφερε ακόμα πιό κοντά στη θέση του παραλήπτη μιάς εποχής που έζησα στις παρυφές της κι έκανε τον συγγραφέα του πιό ευάλωτο απ'ο,τι τον θυμόμουνα.
Από μιά φοράδα..
Θυμάμαι τον παππού μου, ψηλό και γεμάτο υγεία μέχρι τα βαθειά του γηρατιά. Η γιαγιά μου τον κυνηγούσε το χειμώνα γιά να του φορέσει παλτό. Είχε μόνιμα εκείνο το βαθύ κι αφηρημένο βλέμα των ανθρώπων που πέρασαν και είδανε πολλά και νοιαζότανε γιά τους γιούς του με την ίδια δύναμη και ζωντάνια από τότε που τον θυμάμαι. Και τους έβαζε τις φωνές. Αν κατά τη παλιά κρητικιά του γνώμη κάτι δεν του άρεσε σ'αυτούς, θύμωνε και άρχιζε τις συμβουλες.
Την ιστορία του δεν την είχα ακούσει ποτέ. Ισως και να την είχε πεί καμιά φορά, σ'εκείνες τις γιορτινές συγκεντρώσεις που κάναμε κάθε Πάσχα και Χριστούγεννα. Οπως όμως ήταν απόλυτα λογικό, οι μικροί σ'αυτές τις χαρές δεν ακούν τι λένε οι μεγάλοι και περιμένουν με έναν εκνευρισμό που ταράζει ακόμα περισσότερο τους μεγάλους, πότε θα τους επιτρέψουνε να φύγουν από το τραπέζι γιά ν'αρχίσουνε τα κυνηγητά και τα παι
Περισσότερα... »