Die Welle
"Ώστε πιστεύετε ότι ακόμη μία δικτατορία δεν θα ήταν εφικτή στη Γερμανία...?"
("Ράινερ Βένγκερ")
Σκηνοθεσία: Dennis Gansel
Σενάριο: Dennis Gansel, Todd Strasser, Peter Thorwarth
Παίζουν: Jurgen Vogel, Frederick Lau, Max Riemelt, Jennifer Ulrich, Christiane Paul, Cristina do Rego, Jacob Matschentz, Elyas M'Barek, Maximillian Vollmer, Maximillian Mauff
Διάρκεια: 101'
Είδος: Δραματικό Πολιτικό Θρίλερ
Γλώσσα: Γερμανική
Παραγωγή: Rat Pack Filmproduktion, Christian Becker, Constantin Film
Διεθνής εκμετάλλευση: Cellloid dreams
Βραβείο / Διακρίσεις/ Υποψηφιότητες:
· Χάλκινο βραβείο καλύτερης ταινίας & Χρυσό βραβείο Δεύτερου Ανδρικού Ρόλου (για τον Frederick Lau) στα German Film Awards.
· Υποψηφιότητα για το Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής για την Καλύτερη Διεθνή Ταινία στο Φεστιβάλ του Sundance για το 2008.
· Στις 10 επικρατέστερες, για καλύτερη ταινία στα European Film Awards 2008

Σύνοψη
Ένα πείραμα σε ένα σχολείο της Γερμανίας ξεκινά με τις καλύτερες των προθέσεων, αλλά εξελίσσεται σε κάτι άγριο και βίαιο. Ο Ράινερ Βένγκερ, καθηγητής Λυκείου με αναρχικό παρελθόν και πρωτοποριακές ιδέες για την εκπαίδευση, αναλαμβάνει, στο πλαίσιο του μαθήματος της πολιτικής θεωρίας, να διδάξει στους φοιτητές του για την τυραννία. Ο ίδιος, βέβαια, θα προτιμούσε να αναλάβει να μιλήσει για την αναρχία, αλλά σε αυτό τον έχει προλάβει ένας αυστηρός καθηγητής της παλιάς σχολής. Προκειμένου, λοιπόν, να κάνει το μάθημα πιο ενδιαφέρον και με αφορμή το σχόλιο ενός μαθητή του πως «δεν μπορεί σήμερα να ξαναυπάρξει φασισμός, σοφίζεται ένα παιχνίδι ρόλων: Ο ίδιος αναλαμβάνει το ρόλο του ηγέτη και οι μαθητές του το ρόλο των ακολούθων του. Οι τελευταίοι ανταποκρίνονται με ενθουσιασμό στις ανάγκες του «ρόλου». Πειθαρχούν με χαρά σε μια σειρά κανόνων συμπεριφοράς, ονοματίζουν την μικρή κοινωνία τους «Το κύμα», φορούν ένα είδος ενιαίας στολής, επινοούν έναν κοινό χαιρετισμό, φιλοτεχνούν ένα διακριτικό σήμα, μαθαίνουν τελικά να αντιλαμβάνονται ο ένας τον άλλο ως μέλη μιας εκλεκτής ομάδας, όπου όλοι είναι ίσοι με όλους. Ο Μάρκο, γιος διαλυμένης οικογένειας, είναι ίσος επιτέλους με τον πλούσιο συμμαθητή του. Η ντροπαλή, συνεσταλμένη Λϊζα είναι ίση επιτέλους με τα άλλα, δημοφιλή κορίτσια. Ο Τιμ, που βρισκόταν πάντα στο περιθώριο και κινούνταν καμιά φορά και εκτός νόμου, μπαίνει επιτέλους στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος και αισθάνεται χρήσιμος. Ο Ντένις, που ασχολείται ερασιτεχνικά με το θέατρο και αναζητά διαρκώς το νόημα, διοχετεύει επιτέλους κάπου το πάθος του. Ένας μαθητής Τούρκικης καταγωγής είναι ίσος με τον Γερμανό. Μόνο που αν για τα μέλη της ομάδας όλα φαίνονται σωστά, όσοι βρίσκονται στην απ' έξω δείχνουν την δυσπιστία, αν όχι την αγωνία τους. Πρώτες πρώτες, η σύζυγος του Ράινερ, και αυτή καθηγήτρια στο ίδιο σχολείο, αλλά και η νεαρή Κάρο, το κορίτσι του Μάρκο που βρέθηκε στην ομάδα, εξοστρακίστηκε γιατί αρνήθηκε να φορέσει το ίδιο λευκό πουκάμισο με τους υπόλοιπους και παλεύει να δείξει στους υπόλοιπους το πόσο επικίνδυνες είναι οι νέες ιδέες του. Κανείς όμως δεν μπορεί να σταματήσει το «Κύμα» και την καταστροφή που φέρνει μαζί του…
Η ταινία βασίστηκε στο ομότιτλο βιβλίο του Martin Rhue (λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Todd Strasser), υποχρεωτικό ανάγνωσμα σε πολλά σχολεία της Γερμανίας, που με τη σειρά του είναι εμπνευσμένο από πραγματική ιστορία. Το 1967, ένας καθηγητής ιστορίας στο Λύκειο Cubberley του Πάλο Άλτο με το όνομα Ron Jones εφάρμοσε ένα αντίστοιχο πείραμα στους μαθητές του. Όταν, κατά τη διάρκεια ενός μαθήματος όπου δίδασκε για τον Εθνικό Σοσιαλισμό, ένας μαθητής του τον ρώτησε για το πώς θα μπορούσε ο λαός της Γερμανίας να αγνοεί για τη σφαγή του Εβραϊκού πληθυσμού, ο καθηγητής δεν μπόρεσε να απαντήσει. Αντ' αυτού όμως, αποφάσισε να δώσει μια μικρή γεύση από τις συνθήκες της εποχής που μελετούσαν. Έτσι, οργάνωσε την τάξη σε μια ομάδα (με το κάθε άλλο παρά αθώο όνομα «το Τρίτο Κύμα», μια άμεση αναφορά στο Τρίτο Ράιχ), πρότεινε σκληρά κανονιστικά μέτρα και εφάρμοσε σε λίγη ώρα ένα μικρό πρόγραμμα αυστηρής πειθαρχίας μέσα στην τάξη, έκπληκτος με την προθυμία με την οποία τον υπάκουαν οι μαθητές του. Το όλο εγχείρημα, που θα κρατούσε μία μόλις μέρα, εξαπλώθηκε ραγδαία σε όλο το σχολείο, όσοι είχαν αντίθετη γνώμη γνώριζαν έναν άτυπο αποκλεισμό, τα μέλη της πρώτης ομάδας άρχιζαν να κατασκοπεύουν το ένα το άλλο, και όσοι αρνούνταν να συμμορφωθούν έπεφταν θύματα βίας. Ο Jones κλήθηκε να επιβάλλει την τάξη μετά από πέντε μέρες. Και τα κατάφερε.

Η δήλωση του σκηνοθέτη
«Έδειχνα ανέκαθεν ειδικό ενδιαφέρον για την ιστορία της Ναζιστικής Γερμανίας. Για το αν θα μπορεί να υπάρξει φασισμός ξανά, για το πώς λειτουργεί το φασιστικό σύστημα, το πώς μπορεί να εκτροχιαστούν οι άνθρωποι από το δρόμο τους. Ήταν κάτι που πάντα με συνάρπαζε. Υποθέτω πως αυτό έχει να κάνει και με την ιστορία της οικογένειάς μου. Ο παππούς μου ήταν αξιωματικός του Τρίτου Ράιχ, κάτι για το οποίο ο πατέρας μου, αλλά και οι δύο θείοι μου, συνάντησαν πολλά και διάφορα προβλήματα στη ζωή τους. Όταν ήμουν νέος συχνά αναρωτιόμουν για το τι θα έκανα αν θα βρισκόμουν σε μια κατάσταση σαν κι αυτή του παρελθόντος. Στο "Wave" η ερώτησή μου είναι το πώς θα μπορούσε να δουλεύει σήμερα ο φασισμός. Θα ήταν πιθανός σήμερα; Θα μπορούσε να ξανασυμβεί αυτό το πράγμα, εδώ και τώρα, σε ένα συνηθισμένο σχολείο στη Γερμανία;... Και πάλι, όταν ήμουν νέος πάντα ευχόμουν να υπήρχε κάτι με το οποίο θα μπορούσα να ταυτιστώ. Ζήλευα τους γονείς μου που έζησαν τη δεκαετία του '60 και το φοιτητικό κίνημα, όπου οι άνθρωποι είχαν ένα είδος κοινού στόχου, προσπαθώντας να αλλάξουν το κόσμο και να κάνουν τη διαφορά. Εγώ μεγάλωσε στη δεκαετία του '80 και του '90, όταν πια υπήρχαν χιλιάδες πολιτικά ρεύματα και ομάδες, αλλά καμιά πραγματική κατεύθυνση. Δεν μπορούσα να ενθουσιαστώ με τίποτα. Κι αυτό μου έλειπε. Αυτό νομίζω πως λείπει και από τα παιδιά σήμερα. Εννοώ, δεν μπορούμε να ορίζουμε τους εαυτούς μας μόνο μέσα από τη μουσική και το ντύσιμο. Νομίζω πως οι άνθρωποι έχουν μια βαθιά ανάγκη για την ουσία, μια ανάγκη που γίνεται ολοένα και μεγαλύτερη. Η τάση για τον ατομικισμό και την ιδιώτευση, τη διάσπαση της κοινωνίας σε μικρές ομάδες, δεν μπορεί να συνεχιστεί για πάντα. Σε κάποιο σημείο θα βρεθεί ένα τεράστιο κενό. Και τότε ο κίνδυνος θα είναι ότι κάποιος «-ισμός» θα ξεπεταχτεί και θα θελήσει να γεμίσει αυτό το κενό».

Βιογραφικό του σκηνοθέτη:
Ο Dennis Gensel γεννήθηκε το 1973 στο Ανόβερο. Ενώ σπούδαζε στην Κινηματογραφική Ακαδημία του Μονάχου, γύρισε τις μικρού μήκους «The Wrong Trip» και «Living Game» το 1995 και 1996. Και στις δύο ήταν παραγωγός ο συμφοιτητής του Christian Becker (παραγωγός και του «The Wave») και κέρδισαν το βραβείο F.W.Murnau για την καλύτερη ταινία μικρού μήκους. Μετά την αποφοίτησή του, γύρισε την πρώτη του ταινία «The Phantom» για τη γερμανική τηλεόραση, ένα πολιτικό θρίλερ για την RAF, όπου συνεργάστηκε ξανά με τον Becker αλλά και τον Jurgen Vogel, (τον πρωταγωνιστή του «The Wave»). Το 2001 γύρισε την πρώτη του κινηματογραφική ταινία, τη νεανική σεξοκωμωδία «Girls on top» που γνώρισε μεγάλη εμπορική επιτυχία. Το 2004 γύρισε το «Before the fall», μια ιστορία για ένα εσωτερικό σχολείο για νεαρούς Ναζί, σε σενάριο του ιδίου και της Maggie Peren, που διακρίθηκε με πολλά βραβεία σε Φεστιβάλ του εξωτερικού.
Διεθνή media
«Πανέξυπνη εξέταση της σταδιακής δηλητηρίασης ενός Γερμανικού Λυκείου από το φασισμό... Ειδικά ο Βόγκελ είναι εξαιρετικός στην κλιμάκωση του χαρακτήρα του, καθώς το ευχάριστό του πρόσωπο σκληραίνει καθώς γίνεται ο δικτάτορας που φοβόταν».
(James Greenberg, Hollywood Reporter)
«Το να αποκαλέσει κανείς το "The Wave" το γερμανικό "Fight Club" θα ήταν μαζί ακριβές αλλά και παραπλανητικό… Το "Wave" είναι ένα πιο προσγειωμένο δράμα με ένα συγκεκριμένο φόκους: Το να κοιτάξει βαθιά στα μάτια της σημερινής νεολαίας και να συναντήσει εκεί μέσα ακόμα και τους παππούδες της… Στο σύνολό της, μία από τις πιο δελεαστικές “προσφορές” του Sundance».
(Ryan Stewart, Premiere)
«Ο σκηνοθέτης κρατά την ενέργεια της ταινίας σε πολύ υψηλά επίπεδα, με αλλεπάλληλους τριγμούς και το σενάριό του (που έγραψε σε συνεργασία με τον Peter Thorwarth) διατηρεί την σκοπιά του πρωτότυπου πειράματος, ενώ χτίζει αποτελεσματικά την κορύφωση και αναπτύσσει προσεκτικά τους χαρακτήρες του».
(Cody Clark, Daily Herald)
Ένα Σχόλιο:
Από όλα τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, τουλάχιστον για τον εικοστό, αν όχι για περισσότερους αιώνες, ίσως μόνο η άνοδος του ναζισμού και τα παρεπόμενά του συνάντησε τη δριμεία καταδίκη που του αναλογούσε. Μπήκε με αρνητικό πρόσημο σε όλα τα ευρωπαϊκά Συντάγματα, η θλίψη που τον ακολούθησε επηρέασε την πολιτική σκέψη, την τέχνη την φιλοσοφία, που έμπαιναν πλέον σε νέα μονοπάτια, αφηγηματικά ενέπνευσε μια ολόκληρη εποποιία για τους διασωθέντες. Οι Γερμανοί, τόσο στον καθημερινό λόγο όσο και στην επίσημη γλώσσα του κράτους, υπονοούν ακόμα και σήμερα μια διάθεση απολογίας, οι Εβραίοι συνέδεσαν άρρηκτα το όνομά της φυλής τους με το ολοκαύτωμα, η Ευρώπη ατενίζει το κοντινό παρελθόν της με λύπη και αποδοκιμασία. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως η Γηραιά Ήπειρος δεν έχει ξεχάσει.Όσο εύκολο είναι να αποδοκιμάζει κανείς σήμερα, στην Ευρώπη των ανοιχτών συνόρων, της «ελεύθερης» αγοράς, της παγκοσμιοποιημένης κοινωνίας, ένα απολυταρχικό πολιτικό σύστημα και τη βίαια επιβολή ανθρώπου εις άνθρωπον, άλλο τόσο δύσκολο είναι το να βρει κανείς τη ρίζα του κακού, που δεν είναι μια άγνωστη, αφηρημένη δύναμη, αλλά κάτι που φωλιάζει σπερματικά στην ανθρώπινη φύση. Ο καθένας είναι ικανός για το καλύτερο και για το χειρότερο. Ακόμα και αν στοχεύει στο πρώτο, μπορεί να καταλήξει στο δεύτερο.
Το ίδιο κάνουν οι χαρακτήρες που παρασέρνει το «Κύμα»: Οι νεαροί μαθητές ξεκινούν για να αλλάξουν τον κόσμο που τους παραδίδεται –ανεργία, φτώχεια, χάος, πληροφοριακή βόμβα, «έξυπνες» βόμβες, celebrities πιο δημοφιλείς κι από πολιτικές πρόσωπα, απώλεια «Μεγάλων αφηγήσεων», ενοποιητικών ιδεών, ο Θεός πέθανε, ο Μαρξ πέθανε, οι γονείς είναι του «εξήντα οι εκδρομείς» και τα παιδιά τους αμήχανοι παρατηρητές ενός κόσμου που αλλάζει συνέχεια. Πρόκειται όμως για την εποχή των άκρων. Οι νέοι ξεκινούν από το ένα άκρο και καταλήγουν στο άλλο, με την ίδια ευκολία που πλοηγείται κανείς στο διαδίκτυο: από τη μία σελίδα στην άλλη. Από τη μία σελίδα της ιστορίας στην άλλη, και πάλι από εκεί που ξεκίνησαν. Όταν ο ιδεαλισμός δεν βρίσκει αντίκρισμα, μπορεί να γίνει επικίνδυνος.
Αν όμως αυτά ακούγονται αφηρημένα, η έβδομη τέχνη είναι εδώ για να τα φέρνει στη γη, δείχνοντάς μας εκδοχές του εαυτού μας σε μεγέθυνση. Αν προσπαθούσε βέβαια κανείς να βγάλει συμπεράσματα και απαντήσεις για το τι πήγε στραβά στην ιστορία αυτού του κόσμου, μέσα σε 101 λεπτά κινηματογραφικού χρόνου, θα ήταν ή αφελής ή αγνώμων -ειδικά σε μια εποχή στην οποία «κανένας στίχος δεν ανατρέπει καθεστώτα». Αν από την άλλη όμως, αν κανείς προσπαθούσε να αρνηθεί τη δύναμη του κινηματογραφικού μέσου ως ιδεολογικού μηχανισμού, θα εθελοτυφλούσε. Στην περίπτωση του «Κύματος», το σινεμά γίνεται το ιδανικό όχημα για να περιγράψει μια νέα συνθήκη ολοκληρωτισμού, αυτής που λαμβάνει χώρα στο γόνιμο, λόγω της αθωότητάς του, πεδίο της εφηβικής ψυχής. Σενάριο «βγαλμένο από τη ζωή», όπως θα έλεγε κάποιο κλισέ, και την ίδια στιγμή larger than life, η ιστορία για μια τάξη στη Γερμανία που καταλήγει να αυτοπροσδιορίζεται ως περιούσιος πληθυσμός, διδάσκει, χωρίς διδακτισμό, απλά αλλά ποτέ απλοϊκά, ένα από τα πιο έντονα σε ρυθμούς και συναισθηματικά φορτισμένα μαθήματα κινηματογράφου στην ιστορία του μέσου.
Και ο σκηνοθέτης της το πετυχαίνει, με τον τρόπο που το έκανε και ο μαθητής που ξεσήκωσε το «Κύμα»: με μια ερώτηση!
Στους εαυτούς μας και στους γύρω μας:
«Μπορεί να ξαναγεννηθεί ο ναζισμός;».
Μπορεί να υπάρξει ένας άλλος κινηματογράφος;

ΙΣΤΟΡΙΚΟ:
Οι λεπτομέρεις του "πειράματος" αυτού δεν έγιναν γνωστές για αρκετά χρόνια, παρά το μεγάλο ενδιαφέρον του. Το 1972 ο Τζόουνς δημοσίευσε ένα διήγημα όπου περιέγραφε ορισμένες λεπτομέρειες, και το 1981 διασκευάστηκε σε ταινία (κερδίζοντας βραβείο Έμμυ). ο συγγραφέας Τοντ Στράσσερ, με το ψευδώνυμο Μόρτον Ρου, έγραψε το μυθιστόρημα “Το Κύμα”, βασισμένο πάνω στην ταινία αλλά και τη διήγηση του Τζόουνς. Το βιβλίο γνώρισε επιτυχία, και στη Γερμανία προτεινόταν σαν ανάγνωσμα στα σχολεία. Διασκευάστηκε σε θεατρικό έργο και μιούζικαλ. Αργότερα, ο Τζόουνς αποκάλυψε την πλήρη δική του εκδοχή της ιστορίας, ορισμένες λεπτομέρεις από την οποία αμφισβητήθηκαν, κυρίως για το μέγεθος που απέκτησε το φαινόμενο μέσα στο σχολείο, αλλά και το κατά πόσον οι μαθητές μέλη του Κύματος συμμετείχαν όλοι σοβαρά. Το πείραμα προσέλκυσε το ενδιαφέρον του ψυχολόγου Φίλιπ Ζιμπάρντο, που αρκετά αργότερα διεξήγαγε το πείραμα φυλάκισης του Στάνφορντ, που και αυτό αφορούσε συνθήκες υπακοής/καταπίεσης.
ΤΟ
ΑΥΘΕΝΤΙΚΟ ΚΕΙΜΕΝΟ
ΠΟΥ ΒΑΣΙΣΤΗΚΕ Η ΤΑΙΝΙΑ
ΤΟ ΤΡΙΤΟ ΚΥΜΑ
του Ron Jones (1972)
Για χρόνια κρατούσα ένα παράξενο μυστικό. Μοιραζόμουν αυτή τη σιωπή με διακόσιους μαθητές. Χτες συνάντησα έναν από αυτούς τους μαθητές. Για μια στιγμή όλα ξαναγύρισαν στο μυαλό μου. Ο Στηβ Κονίτζιο ήταν μαθητής μου στο μάθημα της Παγκόσμιας Ιστορίας. Πέσαμε ο ένας πάνω στον άλλον μάλλον τυχαία. Είναι μια από αυτές τις συμπτώσεις που συμβαίνουν στους καθηγητές, τη στιγμή ακριβώς που δεν το περιμένουν. Περπατάς στο δρόμο, τρως σ’ ένα απόμερο εστιατόριο, ή βρίσκεσαι να αγοράζεις εσώρουχα, όταν εντελώς ξαφνικά ένας πρώην μαθητής σου πετάγεται από το πουθενά και σου λέει καλημέρα. Στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Στηβ να τρέχει στο δρόμο φωνάζοντας «Κύριε Τζόουνς, κύριε Τζόουνς!». Χαιρετιόμαστε μ’ ένα αμήχανο αγκάλιασμα. Έπρεπε να σταθώ για ένα λεπτό για να θυμηθώ. Ποιος είναι αυτός ο νεαρός που με αγκαλιάζει; Με φωνάζει κύριο Τζόουνς. Θα πρέπει να είναι πρώην μαθητής. Πως τον λένε; Στα κλάσματα δευτερολέπτου που διήρκεσε το ταξίδι μου πίσω στο χρόνο, ο Στηβ αντιλήφθηκε την απορία μου και έκανε ένα βήμα πίσω. Μετά χαμογέλασε, και αργά σήκωσε το χέρι του, κρατώντας το κάπως λυγισμένα. Θεέ μου, ήταν μέλος του Τρίτου Κύματος. Είναι ο Στηβ, ο Στηβ Κονίτζιο. Καθόταν στη δεύτερη σειρά. Ήταν ευαίσθητος και ξύπνιος μαθητής. Έπαιζε κιθάρα και του άρεσε το θέατρο.
Στεκόμασταν ακίνητοι ανταλλάσσοντας χαμόγελα, όταν, χωρίς να το συνειδητοποιήσω, σήκωσα το χέρι μου κρατώντας το σε σχήμα καμπύλης. Ο χαιρετισμός είχε δοθεί. Δύο σύντροφοι συναντιούνταν χρόνια μετά το τέλος του πολέμου. Το Τρίτο Κύμα ήταν ακόμα ζωντανό. «Κύριε Τζόουνς, θυμάστε το Τρίτο Κύμα;». Φυσικά και το θυμάμαι, ήταν ένα από τα πιο τρομακτικά γεγονότα που βίωσα μέσα στην σχολική αίθουσα. Και ήταν συγχρόνως η γέννηση ενός μυστικού που εγώ και διακόσιοι μαθητές θα μοιραζόμασταν θλιμμένα για το υπόλοιπο της ζωής μας.
Μιλούσαμε και γελούσαμε με το Τρίτο Κύμα για τις επόμενες ώρες. Ύστερα ήταν η ώρα να χωριστούμε. Είναι παράξενο, με τα παιχνίδια αυτά της τύχης συναντάς έναν παλιό μαθητή, ξαναπιάνεις κάποιες στιγμές τις ζωής σου. Τις κρατάς σφιχτά. Και μετά λες αντίο. Χωρίς να ξέρεις πότε και αν θα συναντηθείτε ξανά. Δίνετε βέβαια υποσχέσεις ο ένας στον άλλον ότι θα τηλεφωνηθείτε, αλλά δε θα γίνει. Ο Στηβ θα συνεχίσει να μεγαλώνει και να αλλάζει. Εγώ θα παραμείνω ένα αναλλοίωτο σημείο αναφοράς στη ζωή του. Μια παρουσία που δεν πρόκειται να αλλάξει. Είμαι ο κύριος Τζόουνς. Ο Στηβ γυρνά και κάνει ένα σιωπηλό χαιρετισμό. Το χέρι σηκωμένο προς τα πάνω στο σχήμα ενός καμπυλωτού κύματος. Με το χέρι λυγισμένο σε παρόμοια θέση, απαντώ στη χειρονομία.
Το Τρίτο Κύμα. Ώστε έτσι λοιπόν, μπορεί επιτέλους να γίνει μια συζήτηση γι’ αυτό. Εδώ συνάντησα ένα μαθητή και μιλούσαμε για ώρες γι’ αυτόν τον εφιάλτη. Το μυστικό θα πρέπει σιγά σιγά να εξατμίζεται. Πήρε τρία χρόνια. Μπορώ να πω σε σας και σε οποιονδήποτε άλλο για το Τρίτο Κύμα. Τώρα πια είναι μόνο ένα όνειρο, κάτι για να θυμόμαστε -όχι, είναι κάτι που προσπαθούμε να ξεχάσουμε. Κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα. Τί σύμπτωση, νομίζω πως ήταν ο Στηβ αυτός που ξεκίνησε το Τρίτο Κύμα με μια ερώτηση. Μελετούσαμε τη Γερμανία των Ναζί και στη μέση της παράδοσης, κάποιος με διέκοψε με μια ερώτηση.
Πώς μπορούσε ο κοσμάκης στη Γερμανία να διατείνεται ότι αγνοούσε τη σφαγή των Εβραίων; Πώς μπορούσαν οι άνθρωποι των πόλεων, οι μηχανοδηγοί, οι δάσκαλοι, οι γιατροί, να υποστηρίζουν ότι δεν γνώριζαν τίποτα για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης και τη σφαγή των αθώων; Πώς μπορεί άνθρωποι που ήταν γείτονες, ακόμα και φίλοι με κάποιον Εβραίο να λένε ότι δεν ήταν εκεί όταν έγινε; Ήταν άραγε μια καλή ερώτηση; Δεν ήξερα την απάντηση. Μιας και είχαμε ακόμα πολλούς μήνες μέχρι το τέλος της σχολικής χρονιάς και μιας και είχα ήδη φτάσει στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αποφάσισα να αξιοποιήσω μια βδομάδα και να εξερευνήσω την ερώτηση.
ΔΥΝΑΜΗ ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΠΕΙΘΑΡΧΙΑΣ
Τη Δευτέρα, στο μάθημα ιστορίας της δευτέρας λυκείου, εισήγαγα τους μαθητές μου σε μια από τις εμπειρίες που χαρακτήριζαν τη ναζιστική Γερμανία. Την πειθαρχία. Τους έκανα διάλεξη για την ομορφιά της πειθαρχίας. Για τον αθλητή που νιώθει πως έχει δουλέψει σκληρά, και συνήθως πετυχαίνει στο άθλημά του. Για τη μπαλαρίνα ή το ζωγράφο που δουλεύουν σκληρά για να τελειοποιήσουν μια κίνηση. Για την προσήλωση και την επιμονή ενός επιστήμονα στο κυνήγι μιας Ιδέας. Αυτό είναι πειθαρχία. Η σκληρή προπόνηση. Ο έλεγχος. Η δύναμη της θέλησης. Το αντάλλαγμα της σωματικής καταπόνησης για την ανύψωση ψυχής και σώματος. Ο απόλυτος θρίαμβος.
Για να βιώσουν την εμπειρία της πειθαρχίας προσκάλεσα –όχι, διέταξα τα παιδιά της τάξης να εξασκηθούν και να πάρουν μια νέα στάση σώματος την ώρα που κάθονται· τους εξήγησα με ποιο τρόπο η σωστή θέση του σώματος ενισχύει την απαιτούμενη συγκέντρωση και ενδυναμώνει τη θέληση. Τους καθοδήγησα μάλιστα ώστε να πάρουν την κατάλληλη στάση. Η στάση αυτή σήμαινε πως τα πέλματα των ποδιών έμεναν στηριγμένα σταθερά στο έδαφος και τα χέρια ήταν κολλημένα στα πλάγια για να συγκρατούν τη σπονδυλική στήλη σε όρθια θέση. «Ορίστε, δεν αναπνέετε καλύτερα τώρα; Βρίσκεστε σε εγρήγορση. Δεν νιώθετε καλύτερα;»
Εξασκηθήκαμε σ’ αυτή τη νέα στάση προσοχής ξανά και ξανά. Περπατούσα πάνω κάτω, ανάμεσα στα θρανία με τους καθισμένους μαθητές, δείχνοντάς τους και τα πιο ασήμαντα σφάλματα, κάνοντας τις απαραίτητες διορθώσεις. Η σωστή στάση σώματος αναδείχθηκε στην σημαντικότερη πτυχή στην εκπαιδευτική αυτή διαδικασία. Τους έλεγα να φύγουν, και εκεί που τους είχα μόλις επιτρέψει να σηκωθούν από τα θρανία τους, τους φώναζα απότομα να γυρίσουν και να κάτσουν στη θέση προσοχής. Με ασκήσεις ταχύτητας, η τάξη έμαθε να μετακινείται από όρθια θέση σε καθιστή στάση προσοχής σε δεκαπέντε δευτερόλεπτα. Στις
Διαβάστε όλο το άρθρο στο "Κινηματογραφική Λέσχη Σερρών" »
Μεταφράστε αυτό το άρθρο (Translate this article) »



