Στην εργασία που ακολουθεί θα παρουσιάσω τις πολιτικές θεωρίες του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, στηριζόμενος κυρίως στα βιβλία Δ’ και Η’ της Πολιτείας και στα βιβλία Α’ και Γ’ των Πολιτικών, όπως ορίζει το αίτημα και επικουρικά στο βιβλίο Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας του Κ.Δ. Γεωργούλη1. Στην πρώτη παράγραφο θα διερευνήσω τον τρόπο με τον οποίον ο Πλάτων συνδέει την επιστήμη με την ιδεατή πολιτεία, ενώ στην επόμενη θα εκθέσω τα κύρια χαρακτηριστικά της πλατωνικής πολιτείας. Κατόπιν θα εξετάσω τον τρόπο με τον οποίον ο Πλάτων σχετίζει την ανθρώπινη ψυχή με την κατάπτωση της ιδεατής του πολιτείας. Στην τελευταία παράγραφο που αφορά στον Πλάτωνα θα αναφερθώ στην διαδοχή των πολιτευμάτων και τις αιτίες που την προκαλούν. Συνεχίζοντας, θα προσπαθήσω να αναδείξω την αριστοτελική προσέγγιση που θεμελιώνει τελεολογικά την δημιουργία και την φύση της πόλης, ενώ στη συνέχεια θα εκθέσω την άποψη του Αριστοτέλη για την τυπολογία των πολιτευμάτων. Τέλος στην τελευταία παράγραφο, αντί επιλόγου, θα συγκρίνω τις δύο θεωρήσεις εξάγοντας τα όποια συμπεράσματα προκύψουν. Στο κείμενο πρόκειται να χρησιμοποιήσω παραθέματα από τα πρωτότυπα κείμενα, όπου αυτό θα κριθεί απαραίτητο για λόγους αμεσότητας, σαφήνειας και συντομίας.2
ΠΛΑΤΩΝ: ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΣΤΗΜΗ ΣΤΗΝ ΙΔΕΑΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Σε αντίθεση με την μηδενιστική σκέψη των σοφιστών φιλόσοφων3 και θέτοντας τα θεμέλια για το φιλοσοφικό του οικοδόμημα, ο Πλάτων ισχυρίστηκε ότι το παντελώς όν όχι μόνο υπάρχει αλλά, ως πρωταρχική ουσία, ακτινοβολεί και είναι πλήρες ζωής, κίνησης και νόησης, ενώ ταυτόχρονα συντηρεί και προσδίδει ύπαρξη σε όλα τα επιμέρους όντα. Μόνο ο φιλόσοφος που θα χρησιμοποιήσει την μέθοδο των λογισμών (την διαλεκτική μέθοδο), μπορεί με τους οφθαλμούς της ψυχής να ιδεί το όν και επομένως να γνωρίσει την ιδέα4, την όψη του όντος: να κατέχει επιστήμη. Στην πλατωνική γνωσιολογία5 η επιστήμη διαχωρίζεται με σαφήνεια από την δόξα, με την εισαγωγή μιας ενδιάμεσης γνωσιολογικής κατάστασης που ονομάζεται αληθής δόξα. Η αληθής δόξα δεν είναι παρά μια ανάμνηση της ψυχής μας από προηγούμενες γνωσιολογικές της καταστάσεις (a priori γνώση).6 Στηριζόμενος στην παραπάνω θεωρία των αναμνήσεων και αναζητώντας άμεσες και πρακτικές λύσεις για το έντονο πολιτικό πρόβλημα στο οποίο μακροχρόνια οδήγησε η ρητορική χρήση της γλώσσας των Σοφιστών,7 ο Πλάτωνας συνδυάζοντας την σκέψη του με εκείνη του Ηράκλειτου και του Παρμενίδη,8 πρότεινε την θεωρία των ιδεών. Οι ιδέες, σε αντίθεση με τα αισθητά που έλκουν την ύπαρξή τους από τις αναξιόπιστες και υποκειμενικές αισθήσεις του σώματος, είναι αυθύπαρκτες και αναλλοίωτες οντότητες ανεξάρτητες από την νόηση, αλλά και από την ίδια την ύπαρξή μας9. Έτσι οι φιλόσοφοι, ως οι μόνοι (άριστοι) που μπορούνε να γνωρίσουνε τις ιδέες με τους οφθαλμούς της ψυχής, αναβαθμίζουνε τον πολιτικό τους ρόλο και νομιμοποιούνται στον κοινωνικό τους περίγυρο, ώστε να χρησιμοποιήσουνε την επιστήμη τους για το κοινό συμφέρον της πολιτείας, εκφράζοντας αντικειμενικές αλήθειες και υποκινώντας ήπιες ηθικο-κοινωνικο-πολιτικές μεταρρυθμίσεις.10 Για τον Πλάτωνα, πολιτικός δεν είναι ο εκάστοτε κάτοχος της εξουσίας, «…αλλά μόνον εκείνος, όστις κατανοεί τι είναι ο πολιτικός βίος και πως δύναται να θεμελιωθή επί σταθερών βάσεων.»11
Η ΙΔΕΑΤΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ
Η θεμελίωση αυτή επιτυγχάνεται μόνον όταν η πολιτεία είναι σοφή και ανδρεία, φρόνιμη (σώφρων) και δίκαιη (427e). Οι τέσσερις αυτές αρετές αναζητούνται στους πολίτες που αποτελούνε την πόλη.12 Η σοφία εντοπίζεται σε μια (από την φύση της - 429a) πολύ μικρή ομάδα πολιτών, οι οποίοι μετά από μακροχρόνια εκπαίδευση και μια σειρά από σκληρές δοκιμασίες με στόχο να αναδειχθούνε τελικά οι άριστοι που θα είναι πραγματικοί φύλακες του εαυτού τους και της μουσικής επιστήμης τους,13 θα στελεχώσουνε την ομάδα των τέλειων φυλάκων-φιλοσόφων (428d). Η ανδρεία εντοπίζεται στην τάξη εκείνη των πολιτών που μεριμνά με κάθε τρόπο για την άμυνα και την προάσπιση της πόλης από κάθε είδους εσωτερικούς ή εξωτερικούς κινδύνους (429b). Οι πολεμιστές αυτοί, με την κατάλληλη παιδεία (γυμναστική και μουσική) θα διαμορφώσουν έναν χαρακτήρα πραγματικά ανοξείδωτο από τις ηδονές, την λύπη, τον φόβο και τις επιθυμίες (430b). Η σωφροσύνη, αντίθετα με τις δύο προηγούμενες αρετές, δεν εντοπίζεται σε συγκεκριμένες ομάδες πολιτών αλλά βρίσκεται διάχυτη σε όλους τους πολίτες (ακόμη και στην πολυπληθέστερη τάξη των πολιτών που δεν ανήκουν σε εκείνες των αρχόντων-φιλοσόφων και των πολεμιστών-φυλάκων), ρυθμίζοντας αρμονικά τις μεταξύ τους σχέσεις ως «…μια [άτυπη] συμφωνία14 ανάμεσα στο κατά φύση χειρότερο και στο καλύτερο, για το ποιος πρέπει να διοικεί την πόλη και το ξεχωριστό άτομο»(432a). Η δικαιοσύνη, εν τέλει, δεν είναι παρά η αρετή, που αν και είναι ισάξια με τις τρεις προηγούμενες, θεωρείται υπεύθυνη για την γέννηση και την διατήρησή τους (433b έως d). Δίκαιος δε, είναι εκείνος ο πολίτης ο οποίος, οικειοθελώς πράττοντας, «…κάνει την δική του και αρμόζουσα σ’ αυτόν δουλειά».15
Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΨΥΧΗ
Οι τέσσερις αυτές αρετές που χαρακτηρίζουνε την ιδανική πολιτεία και εντοπίστηκαν στους πολίτες που την αποτελούν, στη συνέχεια ανιχνεύονται από τον Πλάτωνα και στο επίπεδο της ατομικής ψυχής των πολιτών, που αποτελεί με τη σειρά της ένα από τα δύο συστατικά της δυαδικής ανθρώπινης υπόστασης (ψυχή-σώμα). Έτσι, η ψυχή αποτελείται από τρία μέρη: το λογιστικό με το οποίο «μανθάνομεν», δηλαδή γνωρίζουμε ιδέες όπως οι φιλόσοφοι, το θυμοειδές με το οποίο «θυμούμεθα», δηλαδή θυμώνουμε όπως οι επίκουροι-φύλακες της πολιτείας και το επιθυμητικό-αλόγιστο (σε αντίθεση με το λογιστικό – 439d) με το οποίο «επιθυμούμεν» και είναι υπεύθυνο για τις επιθυμίες για δράση και άμεσο όφελος που προβάλλει το σώμα μας. Από τα τρία αυτά μέρη της ψυχής, το λογιστικό και το αλόγιστο φαίνεται πως βρίσκονται συχνά σε πάλη μεταξύ τους16, ενώ το θυμοειδές δρα επικουρικά του λογιστικού (441a) ως ο καταλύτης που ισορροπεί αρμονικά αυτήν ακριβώς την αντίθεση. Έτσι, το πολιτικό πρόβλημα ανάγεται σε ψυχολογικό και στην συνέχεια σε παιδαγωγικό ανάλογο, αφού μόνο μέσω της παιδείας -που όμως προϋποθέτει επιστήμη των ιδεών- «…ο άνθρωπος καθίσταται “πλάστης” του εαυτού του και διαμορφωτής της ψυχής του συμφώνως προς τα ιδεατά πρότυπα.»: εκείνη η πολιτεία, που κατανοώντας την «ανθρωποπλαστική αποστολή» της, θα εκπαιδεύσει άτομα με αγαθή και ηθική προσωπικότητα, θα ανυψωθεί κατ’ αναλογία «…εις το επίπεδον της ηθικότητας και [θα] δύναται να δικαιολογήσει την υπόστασίν της…άλλως καταπίπτει…εις το επίπεδον συμμορίας ληστών ή συνεταιρισμών πονηρών ανθρώπων επιδιωκώντων ατομικά [και όχι καθολικά-ιδεατά] ωφελήματα.»17
Η ΔΙΑΔΟΧΗ ΤΩΝ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ
Η κατάπτωση αυτή της ιδανικής πολιτείας-αριστοκρατίας είναι αναπόφευκτη18 και ξεκινά από την ανθρώπινη ψυχή. Ο Πλάτωνας συνδέει πέντε είδη ανθρώπινων χαρακτήρων με ανάλογα είδη πολιτευμάτων (544d). Έτσι, μαθηματικές ατέλειες στην επιστήμη των φιλοσόφων-αρχόντων θα προκαλέσουν γεννήσεις παιδιών, που παραμελώντας την εκπαίδευσή τους θα καταλήξουν στην δημιουργία του τιμοκρατικού πολιτεύματος το οποίο χαρακτηρίζει τον αυθάδη, φιλόδοξο αλλά με λιγότερη επιστήμη και μουσική παιδεία άνθρωπο (549a). Από την τιμοκρατία θα γίνει μετάβαση στην ολιγαρχία, όπου λίγοι πλούσιοι θα εξουσιάζουν πολλούς φτωχούς (550c και d). Εδώ εκπροσωπείται ο φιλάργυρος άνθρωπος που, περιφρονώντας την αρετή, αφήνεται στο πάθος της φιλοχρηματίας (550e). Σ’ αυτό το στάδιο, η πολιτεία έχει πλέον διχαστεί σε εκείνη των πλουσίων και εκείνη των φτωχών (551d). Όταν κάποτε οι υπεράριθμοι καταπιεσμένοι φτωχοί επικρατήσουν των αντιπάλων τους μετά από στάση («…δι’ ‘οπλων γένηται…»-557a), έρχεται η σειρά της δημοκρατίας που παρομοιάζεται με «…παντοπώλιον…πολιτειών…» (557d) και εκπροσωπεί τον άνθρωπο υποστηρικτή της ελευθερίας δράσης και λόγου (557b) και της ισονομίας (561e). Όμως όταν αυτές οι ελευθερίες αγγίξουν το ανώτατο σημείο (562d), τότε θα εμφυτευτεί η αναρχία (562e). Όταν η τάξη των φτωχών19 δυναμώσει υπερβολικά κάποιον προστάτη της (565d), τότε αυτός (εκμεταλλευόμενος αυτή την ισχύ) θα καταλάβει την εξουσία (566d) και θα μετατραπεί σύντομα από άνθρωπο-προστάτη σε λύκο-τύρρανο (565d).
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ: ΠΟΛΙΣ ΚΑΙ ΤΕΛΕΟΛΟΓΙΑ
Ο Αριστοτέλης, ορίζοντας την έννοια της πόλης ως κοινωνίας που συστάθηκε προσδοκώντας σε κάποιο αγαθό20, δείχνει ήδη την τελεολογική του προσέγγιση: χρησιμοποιώντας την αναλυτική μέθοδο21 εκκινεί από την πιο απλή και φυσική22 σύσταση κοινωνίας που αναγνωρίζει από την εμπειρία του, δηλαδή την ενστικτώδη συνένωση άρρενος και θήλεος (από την οποία προέρχεται ο οίκος-οικογένεια), που αποσκοπεί στο κοινό συμφέρον της αναπαραγωγής και επομένως της άμεσης διασφάλισης της υπάρξεως.23 Η συνένωση αυτή παρατηρείται γενικότερα και στη σχέση μεταξύ εκείνου που ενεργεί καλύτερα με την διάνοια και εκείνου που ενεργεί καλύτερα με το σώμα.24 Από την συνένωση των οίκων και υπό την ανάγκη ικανοποίησης έμμεσων αναγκών προκύπτει η κώμη (οικισμός) ενώ ανάλογα, από την συνένωση κωμών και με σκοπό την ευδαιμονία25 και την αυτάρκεια (1253a 1), η πόλις: «Η δ’ εκ πλειόνων κωμών τέλειος πόλις…» (1252b 28). Αποδεικνύεται επομένως ότι η πόλις υπάρχει από τη φύση της ως το από-τέλεσμα μιας διαδικασίας (κίνησης) που εκκινείται από μία φυσική και ενστικτώδη ανάγκη του ανθρώπου: «Διό πάσα πόλις φύσει εστίν, είπερ και αι πρώται κοινωνίαι» (1252b 31), και κατ’ αναλογία «…ότι ο άνθρωπος [ως μέρος του όλου26] φύσει πολιτικόν ζώον [εστί]» (1253a 3). Συνοψίζοντας ο Αριστοτέλης αναφέρει:
ότι υπάρχει στη φύση του ανθρώπου η τάση για σχηματισμό πολιτικών κοινωνιών (1252a 31).
ότι ο άνθρωπος, ενεργώντας συνειδητά, ως το υπεροχότερο των ζώων και αίτιος του μέγιστου αγαθού27, είναι ο «…πρώτος συστήσας…» την οργανωμένη κοινωνία εντός της οποίας προσδοκά την τελειοποίησή του δια νόμου και δίκης(1253a 31-33). Για να αποκτήσει το μέγιστο αγαθό (ευδαιμονία) ο άνθρωπος πρέπει να χρησιμοποιήσει τις φυσικές του ικανότητες «…επί φρονήσει και αρετή…» (1253a 35), ορίζεται δε ως αρετή η διάθεση του ανθρώπου να ενεργεί καθοδηγούμενος αφ’ ενός από την ελεύθερή του βούληση, αφ’ ετέρου από ορισμένο κανόνα (ωρισμένω λόγω).28 Για τον Αριστοτέλη η αρετή είναι ο τρίτος δρόμος (μεσότης) που μπορεί ελεύθερα να επιλέξει ο άνθρωπος, μεταξύ δύο ακραίων καταστάσεων, δηλαδή της πλήρους έλλειψης και της υπερβολής. Για παράδειγμα, μεταξύ της δειλίας και του θράσους, υπάρχει ως μεσότης η ανδρεία που, σε αντίθεση με τα δύο άκρα, συνιστά πραγματική αρετή.
ότι θεμελιώδες στοιχείο της πολιτείας είναι η δίκη (δικαιοσύνη) δηλαδή η «…του δικαίου κρίσις» (1253a 38). Στην ουσία, η πολιτεία του Αριστοτέλη άρχεται από τους νόμους της και όχι από τους πολίτες της. Η νομοθετική εξουσία διακρίνεται από την δικαστική, όπως επίσης το συνταγματικό από το αστικό δίκαιο (Γεωργούλης 324).
ΤΥΠΟΙ ΠΟΛΙΤΕΥΜΑΤΩΝ
Ο Αριστοτέλης ταξινομεί τoυς τύπους των πολιτειών με κριτήριο τον τελικό σκοπό τους29, διαχωρίζοντας τις σε ορθές (ορθαί) και σε αντίστοιχες παρεκβάσεις (ημαρτημέναι) των ορθών. Ορθές είναι εκείνες οι οποίες αποσκοπούν (σκοπούσιν) στο κοινό συμφέρον των πολιτών, ενώ παρεκβατικές είναι όσες αποσκοπούν στο ίδιο συμφέρον των αρχόντων τους (1279a 18-23). Καθένας από τους δύο παραπάνω τύπους πολιτειών διαστέλλεται σε τρεις υποκατηγορίες με κριτήριο τον αριθμό των αρχόντων τους (ένας, λίγοι, πολλοί): στις μεν ορθές διακρίνονται η βασιλεία, αριστοκρατία και πολιτεία, στις δε παρεκβατικές η τυραννία, η ολιγαρχία και η δημοκρατία αντίστοιχα (1279a 36-42 και 1279b 4-6). Η ιδανική πολιτεία του Αριστοτέλη δεν περιγράφεται με σαφήνεια όπως συμβαίνει στην ιδεατή πολιτεία του Πλάτωνα (Ross 377 και 384, Vegetti 254). Σε αντίθεση με τον Πλάτωνα, που στηρίχθηκε σε έννοιες ιδεώδεις, αντικειμενικές και αναλλοίωτες για να περιγράψει την πολιτεία του, ο Αριστοτέλης στηριζόμενος σε καθαρή εμπειρική γνώση, δεν θα μπορούσε παρά να λάβει σοβαρά υπ’ όψιν του την ιδιαιτερότητα του κάθε ανθρώπου ή ομάδας ανθρώπων. Έτσι, εξαρτά το είδος του ιδεώδους πολιτεύματος για μία συγκεκριμένη κοινωνική ομάδα (π.χ. για μια ιδεώδη ελληνική πόλη κράτος), από «…τον πιο επιθυμητό τρόπο ζωής (τις αιρετώτατος βίος)» (Ross 377), ενώ μια σειρά από προϋποθέσεις (πληθυσμιακό και εδαφικό μέγεθος του κράτους, μορφολογία εδάφους, εμπορικές διασυνδέσεις με άλλα κράτη, χαρακτήρας και ιδιοσυγκρασία των πολιτών) καθορίζει τον βαθμό τελειότητας της πολιτείας. Οι τάξεις σε μία υποθετική ιδεώδη ελληνική πόλη είναι τρεις: οι εύποροι πολεμιστές που εξελίσσονται σε άρχοντες και στη συνέχεια σε ιερείς, οι γεωργοί και οι τεχνίτες, ενώ μόνο η πρώτη μετέχει ενεργά στην διακυβέρνηση της πολιτείας. Η παιδεία αναγνωρίζεται ως θεμελιώδης παράγοντας για την ομαλή λειτουργία του κράτους, το οποίο έχει την ευθύνη για την εκπαίδευση, το ήθος και την αρετή των πολιτών του (Ross 384). Όλοι οι πολίτες30 πρέπει να καταλαμβάνουν δημόσια αξιώματα ενώ οι άριστοι από αυτούς θα ασκούνε την πολιτική εξουσία.
ΣΥΓΚΡΙΣΗ – ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Συγκρίνοντας τις θέσεις του Αριστοτέλη με εκείνες του Πλάτωνα παρατηρώ ότι:
Η πλατωνική πολιτεία φαίνεται να υπάρχει ως πρότυπο στον κόσμο των ιδεών και ως αυτοσκοπός για τον άνθρωπο, ο οποίος προσπαθεί με την κατάλληλη προετοιμασία της ψυχής του να την προσεγγίσει. Για τον Αριστοτέλη η πολιτεία είναι απλώς το αποτέλεσμα μιας φυσικής ανάγκης του ανθρώπου που, λειτουργώντας ως μέσον ευδαιμονισμού του, καθορίζεται από αυτόν και δεν τον καθορίζει. Το μέγιστο αγαθό για τον Πλάτωνα είναι η επιστήμη των ιδεών αφού σε αυτήν θεμελιώνει την ιδανική πολιτεία, ενώ για τον Αριστοτέλη είναι η ηθική εξύψωση του ανθρώπου (αρετή) και η ευδαιμονία μέσω της ίδιας της πολιτείας. Σε αμφότερες τις περιπτώσεις η παιδεία έχει βασικό ρόλο για την προσέγγιση του μέγιστου αγαθού. Ο Πλάτων δεν αναφέρεται σε νόμους και στηρίζει την ενότητα της πολιτείας του επί της δικαιοσύνης ως οικειοπραγίας,31συνδέοντας τελικά την έννοια της δικαιοσύνης με ψυχολογικές διαδικασίες, ενώ ο Αριστοτέλης (αγνοώντας κατά κάποιο τρόπο την ψυχή) θεωρεί το δίκαιον ως πολιτικό αγαθό της οργανωμένης κοινωνίας και τον νόμο ως επιταγή του.32 Ο Πλάτων μας περιγράφει έναν μάλλον άβουλο άνθρωπο-πολίτη δέσμιο του κόσμου των ιδεών (με τρόπο που θυμίζει αμυδρά το karma της ανατολικής φιλοσοφίας), που για να συμβιώσει με τους συμπολίτες του στην ιδανική πολιτεία πρέπει να αποδεχθεί αναντίρρητα (οικειοπραγία) την θέση που του αρμόζει σύμφωνα με τις δυνατότητές του, ώστε να πράττει δίκαια. Ο Αριστοτέλης αντίθετα, εγκωμιάζει τον άνθρωπο-πολίτη (ως το υπεροχότερο των ζώων) και την ελευθερία της βούλησής του, θεωρώντας την πολιτεία ως το αποτέλεσμα των όποιων πράξεών του και όχι ως μοναδικό στόχο και αυτοσκοπό. Τελικά ο Πλάτων θεμελιώνει την πολιτεία του σε ιδεώδεις θεωρητικές κατασκευές (που όμως εμπεριέχουν αναμφισβήτητες αλήθειες), ενώ ο Αριστοτέλης ξεκινά από ένα (επίσης αναμφισβήτητο) αρχέγονο και πρωτογενές ανθρώπινο ένστικτο: εκείνο της αυτοσυντήρησης και, κατ’ επέκταση, της γενετήσιας ορμής. Ο Πλάτων, θέτοντας στο επίκεντρο της φιλοσοφίας του την ανθρώπινη ψυχή, φαίνεται να ενδιαφέρεται περισσότερο για ότι «κρύβει» ο άνθρωπος, ενώ ο Αριστοτέλης, για ότι ο άνθρωπος δείχνει φανερά με τις πράξεις του. Έτσι, αν λέγεται συνήθως ότι ο Αριστοτέλης «έσκυψε» στον άνθρωπο αποστρέφοντας τα ουράνια, θα έπρεπε αντίστοιχα να λέγεται ότι ο Πλάτων «μπήκε» στον άνθρωπο προσπαθώντας να γεφυρώσει την απόστασή του από τα ουράνια.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1.Αριστοτέλης, Πολιτικά Ι-ΙΙΙ, μετάφρ. Παναγή Λεκατσα, Αθήνα χωρίς χρονολόγηση
2.Γεωργούλη, Κ.Δ., Ιστορία της Ελληνικής Φιλοσοφίας, Παπαδήμα, Αθήνα 2000
3.Πελεγρίνης, Θεοδόσιος Ν., Οι πέντε εποχές της φιλοσοφίας, Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1998
4.Πλάτων, Πολιτεία (ή περί δικαίου), Τομος 2, Κάκτος, Αθήνα 1992
5.Πλάτων, Πολιτεία (ή περί δικαίου), Τομος 4, Κάκτος, Αθήνα 1992
6.Ross, W.D., Αριστοτέλης, ΜΙΕΤ, Αθήνα 1993
7.Vegetti, Mario, Ιστορία της Αρχαίας Φιλοσοφίας, Π. Τραυλός, Αθήνα 2000
Περισσότερα... »

