O Schlick1, ερευνώντας τη φύση της γνώσης στην οποία αποδίδει την σημασία: ανώτερη μορφή της απλής σκέψης (ή του ανθρώπινου λογικού - human reason), καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η γνώση στην ουσία της, εξυπηρετεί την ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Σκοπός της γνώσης δεν είναι παρά η πρόβλεψη μελλοντικών καταστάσεων, πρόβλεψη που βοηθά τον άνθρωπο στην επιβίωση του, σε αντίθεση με τα ζώα που επιβιώνουν με την βοήθεια των ενστίκτων. Αν λοιπόν δεχθούμε ότι η γνώση, όπως αυτή ορίζεται από τα παραπάνω, είναι το νόμισμα, τότε ο ορθολογισμός του Descartes και ο εμπειρισμός του Locke, δεν είναι παρά οι δύο πλευρές του2.
DESCARTES
Ο Descartes ήταν δυϊστής. Πίστευε στην διπλή και διακριτή ανθρώπινη υπόσταση, την υλική και την πνευματική (σώμα και ψυχή). Αυτή η δέσμευση, τον οδήγησε στο να θέσει σε πρώτη προτεραιότητα τη μεταφυσική, έναντι των μαθηματικών και της μεθόδου3, ενώ ταυτόχρονα τον υποχρέωσε να απαντήσει (ανεπιτυχώς μάλλον) στο ερώτημα: πως σώμα και ψυχή συνεργάζονται μεταξύ τους; Στην αναζήτησή του για μια πρώτη και αδιάσειστη αρχή στην οποία θα θεμελίωνε την φιλοσοφία του, στράφηκε στην ίδια την ανθρώπινη ύπαρξη. Για να αποδείξει το αληθές της ανθρώπινης ύπαρξης, επέλεξε να ορίσει ως σημείο εκκίνησης την ανθρώπινη ψυχή4 και όχι το ανθρώπινο σώμα. Το ανθρώπινο σώμα εξάλλου, καθώς συνδέεται άμεσα με τις αισθήσεις τις οποίες άλλωστε ο Descartes δεν εμπιστευόταν, δεν θα αποτελούσε αξιόπιστο αποδεικτικό πλαίσιο. Το σώμα μας δεν είναι παρά ύλη η οποία γίνεται αντιληπτή από την έκτασή της (που καταλαμβάνει στο χώρο: res extensa), τη μορφή της και την κίνησή της. Η ψυχή όμως, όντας άυλη, γίνεται αντιληπτή από την ικανότητά της να αμφιβάλλει και τελικά να αυτοσυνειδητοποιεί την ύπαρξή της, μέσω της σκέψης και του διαλογισμού (res cogitans). Έτσι, στο θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα: είμαι; (υπάρχω στην πραγματικότητα ή απατώμαι;), δίδεται η απλούστατη απάντηση: ναι είμαι, αφού αυτή η αμφιβολία με ώθησε να σκεφθώ μια παρόμοια ερώτηση. Εάν δεν υπήρχα, δεν θα υπήρχε η ερώτηση και επιπλέον δεν θα ενδιέφερε σε κανέναν η απάντησή της, ούτε ακόμη και σε ένα υποθετικό θεό που εκούσια με εμπαίζει, διότι κανείς θεός δεν θα ασχολούνταν με κάτι που δεν υπάρχει. Αμφιβάλλω, σκέπτομαι, στοχάζομαι, κατανοώ, διαλογίζομαι5, άρα υπάρχω. Στη συνέχεια, ο Descartes, αδυνατώντας να υπερβεί πλήρως τη σχολαστική φιλοσοφία και θεωρώντας ως έμφυτη στο νου την ιδέα της καθολικής τελειότητας και του αγαθού, ανέτρεξε στην οντολογική απόδειξη, αποδεικνύοντας ως λογικώς αναγκαία την ύπαρξη του θεού, αφού μόνο αυτός κατανοείται ως το τέλειο και αγαθό εκείνο ον στο οποίο μας παραπέμπει η ιδέα αυτή6.
Εκκινώντας από τις παραπάνω δύο7 «καθαρές και ευκρινείς» αδιάσειστες αλήθειες και έχοντας ως κύριο στόχο «…το αίτημα της ενότητας του οικοδομήματος των επιστημών…»8, ο Descartes προχώρησε στην διατύπωση μίας πλήρους μεθοδολογίας της γνώσης. Ο ίδιος λέει ότι «Η ικανότητα να διατυπώνουμε σωστές κρίσεις και να ξεχωρίζουμε την αλήθεια από το ψεύδος, που είναι αυτό που λέμε ορθοφροσύνη ή λόγο (ratio) είναι φυσικά ίση σε όλους τους ανθρώπους»9 θεωρώντας έτσι ότι κάθε αληθινή γνώση πηγάζει από το «φυσικό φως του λόγου»10. Η πορεία του ανθρώπινου πνεύματος προς την αληθινή γνώση (ή «καθολική σοφία»), περνά πρώτα από την γνώση του ίδιου του πνεύματός μας και εξαρτάται από την σωστή χρήση της νόησης (ή «καθαρή πράξη της νόησης»), κάτι που εγγυάται η αύξηση του φυσικού φωτός του λόγου μέσα μας, μέσω της μεθόδου που ο ίδιος πρότεινε. Στην αναζήτηση του για την μέθοδο αυτή ο Descartes, αποκλείοντας τις εμπειρίες που συλλαμβάνει ο νους μέσω των αισθήσεων ως αναξιόπιστες11, στράφηκε στα μαθηματικά εντυπωσιασμένος από την αποδεικτική τους δύναμη, την απόλυτη απαγωγική12 βεβαιότητά τους, αλλά και «…από την αδιαφορία τους σχετικά με την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αντικειμένου τους» 13.
Η μαθηματική μέθοδος, είναι η μέθοδος της απόδειξης η οποία στηρίζεται στην ανάλυση και την σύνθεση. Με την ανάλυση, μπορεί κανείς να αποσυνθέσει ένα κατ’ αρχάς σύνθετο πρόβλημα σε απλούστερα στοιχεία, τα οποία στη συνέχεια προσπαθεί να εντάξει σε μία ακολουθία λογικών σχέσεων, όπου η «…γνώση του ενός να απορρέει από τη γνώση του άλλου»14. Σε μία ακολουθία φυσικά, πάντα υπάρχει ένας πρώτος όρος από όπου εκκινεί η λογική διαδοχή, το αξίωμα, το οποίο είναι προφανές και δεν χρήζει απόδειξης. Το κρίσιμο σημείο στη γνωσιολογία του Descartes βρίσκεται ακριβώς στο σημείο όπου επιχείρησε να εφαρμόσει την παραπάνω μέθοδο στο πεδίο της φιλοσοφίας, αποδεχόμενος έτσι την σύμπτωση της λογικής με την οντολογική τάξη15. Αντικαθιστώντας τους αριθμούς με πράγματα, αντικείμενα, προτάσεις και δεχόμενος για κάθε γεγονός ότι η γνώση του αποτελέσματος προϋποθέτει τη γνώση της αιτίας16, ο Descartes, οδηγείται αναλυτικά στον πρώτο όρο της λογικής ακολουθίας, στο έσχατο (και αδιαμφισβήτητο) άτομο της γνώσης, το οποίο ονομάζει «απλή φύση» (natura simplice). Οι απλές αυτές φύσεις (ιδέες ή αξιωματικές προφάνειες) δεν βρίσκονται μακριά μας, αλλά είναι εμφυτευμένες στο νου μας a priori, ως εν δυνάμει σπέρματα της γνώσης. Η θεώρηση αυτή (που αποδεικνύει τις πλατωνικές και σχολαστικές καταβολές της φιλοσοφίας του), αποτελεί καθοριστικό μεταφυσικό δόγμα για τη γνωσιολογία του Descartes. Ο νους, ακολουθώντας μία συγκεκριμένη διαδικασία (μέθοδο), έχει τη δυνατότητα να γνωρίσει αυτές τις απλές φύσεις (ιδέες).
Την διαδικασία αυτή, την ονόμασε ενόραση. Φτάνει κανείς στην ενόραση, όταν το πνεύμα του βλέπει με ευκρίνεια (με τη βοήθεια της ανάλυσης) τις απλές φύσεις των πραγμάτων, ενώ «…όλη η γνώση του ανθρώπου συνίσταται σ’ αυτό μόνο, να βλέπουμε δηλαδή με ευκρίνεια [με την ενόραση] πως συνδέονται αυτές οι απλές φύσεις για να συντεθούν άλλες.»17 Η ενόραση ως κύρια γνωστική λειτουργία της καθαρής νόησης, εξαρτάται άμεσα από την ποσότητα και καθαρότητα του φυσικού φωτός του πνεύματος. Ο Descartes έγραψε τους Κανόνες για την καθοδήγηση του πνεύματος, ακριβώς για να πετύχει κανείς αφ’ ενός να αυξήσει και να καθαρίσει το φυσικό αυτό εσωτερικό φως και αφ’ ετέρου για να αποφύγει του κινδύνους της πλάνης. Όταν η ενόραση μας αποκαλύψει τις απλές φύσεις των πραγμάτων, τότε μόνο η παραγωγή (μέσω της συνθετικής διαδικασίας) μπορεί να συνδυάσει τα απλά αυτά δεδομένα και να μας αποκαλύψει πιο «σύνθετες φύσεις» ως βέβαιες αλήθειες, πάντοτε σύμφωνα με τη σχέση λόγου και ακολουθίας. O Descartes για να εφαρμόσει την παραπάνω μέθοδο στην φυσική, όρισε στα φυσικά σώματα δύο κατηγορίες ιδιοτήτων: τις δευτερογενείς ιδιότητες οι οποίες συλλαμβάνονται από τις αισθήσεις μας (και άρα δεν αποτελούν αξιόπιστη πηγή γνώσης για την πραγματική φύση των πραγμάτων) και τις πρωτογενείς ιδιότητες (όπως βάρος, μέγεθος, σχήμα, ταχύτητα), οι οποίες είναι αυστηρά μετρήσιμες, υπάρχουν ανεξάρτητα από τις αισθήσεις μας και καθορίζουν την αντικειμενική ουσία (υπόσταση) των πραγμάτων18. Έτσι μετέτρεψε τον πραγματικό κόσμο σε έναν προβλέψιμο γεωμετρικό κόσμο κινουμένων υλικών σωμάτων (γεωμετρικών σχημάτων), τον οποίο μπορούσε να χειριστεί με τα μαθηματικά.
LOCKE
Ο Locke δεν ήταν το πρότυπο του «θεωρητικού» φιλόσοφου. Οι στενές επαφές του με τους Boyle, Bernier και Sydenham19, τον κατατάσσουν μάλλον στους ανθρώπους που ενδιαφέρονται για την πρακτική παρά για την θεωρητική εφαρμογή της γνώσης. Ο Russell είπε χαρακτηριστικά για τον Locke: «Η φιλοσοφία του είναι αποσπασματική, σαν επιστημονικό έργο, κι όχι αγαλματώδης και μονολιθική, όπως τα μεγάλα [φιλοσοφικά] ευρωπαϊκά συστήματα του 17ου αιώνα»20. Ο Locke, εμπιστεύθηκε πλήρως τις αισθήσεις του (αφού πίστευε ότι με αυτές σχηματίζει κανείς τις εμπειρίες οι οποίες οικοδομούν τη γνώση), ενώ απέρριψε το δόγμα των έμφυτων ιδεών και της a priori γνώσης, διατηρώντας έτσι αποστάσεις από την μεταφυσική και τον δογματισμό του Descartes21. Αν και ο Locke πίστευε στην ύπαρξη της ενόρασης, θεωρώντας την ως τη «…σαφέστερη και βεβαιότερη [γνώση] που μπορεί να πετύχει ο αδύνατος νους του ανθρώπου»22, διαφώνησε με την άποψη του Descartes, ότι αυτή έχει ως αντικείμενό της καθαρά νοητικά μεγέθη23, αποδίδοντάς της τον χαρακτήρα του ενστίκτου, απαραίτητου για την βεβαιότητα της αποδεικτικής διαδικασίας. 24. Για την ανάλυση αυτή, ενδοσκόπησε σε βάθος την ανθρώπινη ψυχή και σύμφωνα με τον Απαλλαγμένος από την υποχρέωση απάντησης σε μεταφυσικά ερωτήματα του τύπου: ποια είναι η ουσία της νόησης και ποιες οι απώτερες αιτίες της ύπαρξής της, επικεντρώθηκε στην ανάλυση της δραστηριότητας της νόησης ως λειτουργίας της ψυχής και ειδικότερα στον τρόπο με τον οποίο γνωρίζουμε, αλλά και στα όρια της γνώσης μαςHusserl, μέσω των θεωριών του για τη γνώση, τη νόηση και τον λόγο, οδηγήθηκε στην οικοδόμηση «…μιας ψυχολογίας της ανθρώπινης γνώσης ή του ανθρώπινου λόγου …»25
Ο Locke πίστευε ότι δεν υπάρχει καμία πραγματικότητα πέρα από εκείνη που μας βεβαιώνουν οι αισθήσεις μας. Επομένως, ο κόσμος υπάρχει μόνο σε σχέση με τον εκάστοτε παρατηρητή του. Η συζήτηση για έναν υποθετικό κόσμο τον οποίο δεν μπορούμε να επιβεβαιώσουμε με την εμπειρία των αισθήσεων, στερείται νοήματος. Για τον Locke, ιδέα είναι «όλα όσα είναι αντικείμενα της νόησης όταν ο άνθρωπος σκέπτεται»26. Οι ιδέες, συλλέγονται από το νου μέσω της εμπειρίας των αισθήσεων και καταγράφονται σ’ αυτόν (στον «άγραφο χάρτη» του νου), για να αποτελέσουν αργότερα «τα υλικά [την πρώτη ύλη] του ορθού λόγου και της γνώσεως»27. Οι ιδέες διακρίνονται στις απλές ιδέες (οι οποίες αντιστοιχούν σε άμεσα δεδομένα των αισθήσεων που δεν αναλύονται περαιτέρω) και στις σύνθετες ιδέες (οι οποίες σχηματίζονται από το νου με συσχετισμό απλών ιδεών) που με τη σειρά τους διακρίνονται, αν και μάλλον με αλληλοαναιρούμενο τρόπο28, στις ιδέες τρόπων, στις ιδέες υποστάσεων και στις ιδέες σχέσεων29.
Για τον Locke, οι υποστάσεις είναι ιδέες «πραγμάτων που υφίστανται από μόνα τους» και επομένως αναφέρονται στην ουσία των υλικών πραγμάτων30. Η ουσία αυτή μπορεί να είναι είτε πραγματική ή αντικειμενική (και μπορούμε να την γνωρίσουμε μόνο κατανοώντας την σωματιδιακή συγκρότηση της ύλης από την οποία αποτελείται το πράγμα), είτε ονομαστική ή υποκειμενική (και μπορούμε να την γνωρίσουμε με τις αισθήσεις μας, άρα θα διαφέρει για κάθε παρατηρητή). Αν κάποιοι από εμάς μπορούμε να γνωρίσουμε την πραγματική ουσία των τεχνητών υποστάσεων (όπως μόνο ένας μηχανικός κατανοεί τελείως την λειτουργία της μηχανής που ο ίδιος κατασκεύασε), δεν είναι πάντα σίγουρο ότι μπορούμε να γνωρίσουμε την πραγματική ουσία των φυσικών υποστάσεων των υλικών φυσικών σωμάτων (όπως στο παράδειγμα του χρυσού), με αποτέλεσμα να περιοριζόμαστε, για τις περιπτώσεις αυτές, στη γνώση της ονομαστικής ουσίας31.
Η ονομαστική ουσία των πραγμάτων, συγκροτείται από τις «πρωτεύουσες» και «δευτερεύουσες» ποιότητες ή ιδιότητες, όπως αυτές περιγράφηκαν από τον Descartes. Η ύλη διατηρεί τις πρωτεύουσες ποιότητές της, ακόμη και σε σωματιδιακό επίπεδο, σε αντίθεση με τις δευτερεύουσες ποιότητες, οι οποίες όμως είναι εκείνες που υποπίπτουν άμεσα στις αισθήσεις μας. Ο Locke, διαφωνώντας με την άποψη του Descartes σύμφωνα με την οποία μία πρωτεύουσα ποιότητα όπως η έκταση μπορεί να «…μας προσφέρει την σύλληψη της ουσίας των υλικών πραγμάτων»32, οδηγείται τελικά σε αδιέξοδο, αφού δεν κατάφερε να συνδέσει με πειστικό τρόπο τις πρωτεύουσες με τις δευτερεύουσες ποιότητες, παρά την εισαγωγή της έννοιας των αυθαίρετων και μάλλον μεταφυσικών δυνάμεων «…παραγωγής δευτερευουσών ιδιοτήτων με βάση τις πρωτεύουσες, τις οποίες έχουν τα στοιχειώδη μόρια της ύλης»33. Η αδυναμία μας να γνωρίσουμε την πραγματική ουσία των πραγμάτων, μας εισάγει τελικά στην «φιλοσοφική φαινομενοκρατία»34, σύμφωνα με την οποία, ο ανθρώπινος νους, ανίκανος να διεισδύσει στην «πραγματική ουσία» των πραγμάτων, πιθανολογεί περιορισμένος στη φαινομενική γνώση που του προσφέρουν οι αισθήσεις του. Αυτή η μετριοπαθής θεώρηση για την ανθρώπινη γνώση, είναι το κύριο χαρακτηριστικό του νεότερου εμπειρισμού.
Αν δεχθούμε την κοινή άποψη που αναγνωρίζει τους Descartes και Locke ως θεμελιωτές του νεότερου ορθολογισμού και εμπειρισμού αντίστοιχα, τότε η σύγκριση της γνωσιολογίας των δύο φιλοσόφων, μπορεί να γίνει στο πλαίσιο των ορισμών των παραπάνω δύο φιλοσοφικών προσανατολισμών. Ο ορθολογισμός, ακολουθώντας τα βήματα των Ελεατών, του Ηράκλειτου, του Σωκράτη και του Πλάτωνα, καταδεικνύει την απόλυτη υπεροχή της λογικής, ως κριτήριο της αλήθειας, έναντι της εμπειρίας που αποτελεί προϊόν των απατηλών αισθήσεων. Η πρώτη ύλη για την λογική διεργασία, προέρχεται από ιδέες που είναι (άγνωστο πως), έμφυτες στην ανθρώπινη ψυχή και θεωρούνται a priori αληθινές. Αντίθετα, ο εμπειρισμός, που στοιχεία του διακρίνονται στους προσωκρατικούς, στον Θεαίτητο του Πλάτωνα και στον Αριστοτέλη, υποστηρίζει ότι η κύρια και αναμφισβήτητη πηγή γνώσης, είναι οι εμπειρίες που μας παρέχουν οι αισθήσεις μας. Οτιδήποτε φθάνει στο νου προς επεξεργασία, περνά πρώτα από τις αισθήσεις. Η ψυχή κατά τη γέννησή μας είναι κενή εμπειριών και άρα στερείται ιδεών. Το κύριο σημείο τομής των δύο θεωρήσεων, φαίνεται να είναι η ενδοσκόπηση που επιχειρούν προς την ανθρώπινη ψυχή, αναδεικνύοντας έτσι την αδιάσπαστη σχέση σκέψης-ψυχής-γνώσης. Αν ο Descartes ανέδειξε την σκέψη ως την ουσία της ψυχής, ο Locke την υποβίβασε θεωρώντας ότι είναι απλώς μία από τις λειτουργίες της, ανοίγοντας έτσι το «…δρόμο για την ανακάλυψη της συναφούς με τη βιοδομή διάστασης της ψυχής και του υποσυνείδητου»35
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΚΕΙΜΕΝΟΥ
1 Schlick σελ. 97- 101
2 Επιλέγω την συγκεκριμένη προσέγγιση της έννοιας της γνώσης από τον Schlick (κύριου εκπρόσωπου της Σχολής του «λογικού εμπειρισμού» του κύκλου της Βιέννης), ακριβώς για να δείξω αυτό το κρίσιμο σημείο επαφής ορθολογισμού και εμπειρισμού.
3 Κονδύλης σελ.217
4 Ο Θ. Πελεγρίνης κατατάσει τον Descartes, μαζί με τον Locke, στους «ενδοσκόπους» φιλόσοφους (Πελεγρίνης σελ. 245), ενώ ο ίδιος ο Descartes θεωρεί ανόητους εκείνους που εργάζονται για την λύση πολύπλοκων προβλημάτων στο σύμπαν, χωρίς να διερευνήσουν πρώτα εάν ο ανθρώπινος νους είναι ικανός να τα κατανοήσει. (Regulae κεφ.8, 397)
5 Η λέξη cogito χρησιμοποιείται με πλατειά έννοια από τον Descartes. (Russel σελ.262)
6 Μολυβάς σελ.36
7 Ο Descartes αναφέρει: «Έχω ανάγκη τον θεό για να γνωρίσω την ουσία μου και ότι είμαι μια υπόσταση που όλη η ουσία της ή η φύση της είναι το σκέπτεσθαι.», Regulae ad directionem ingenii, IV, vi, 33, και Meditations, VI, ix, 62, ως παράθεμα στο Chatelet- Beyssade, σελ. 117
8 Ν. Αυγέλης από την εισαγωγή του στο Regulae ad directionem ingenii, σελ.8
9 Discours de la methode I,1, παράθεμα από την εισαγωγή του Ν. Αυγέλη, ο.π. σελ.10
10 Ν. Αυγέλης, από την εισαγωγή του στο Regulae ad directionem ingenii, σελ. 10
11 Δίπλα στα επιχειρήματα του Descartes για την πλάνη των αισθήσεων (όνειρα, εγγενής ασθένεια, οφθαλμαπάτη κ.λ.π.) θα ήθελα να προσθέσω ακόμη ένα το οποίο πιθανώς δεν ήταν γνωστό στην εποχή του: η καθημερινή (και ανύποπτη) κατανάλωση κριθαρένιου ψωμιού το οποίο παρασκευαζόταν από κριθάρι στο οποίο παρασιτούσε ο μύκητας Claviceps Tulasne ήταν πολύ διαδεδομένη κατά τον μεσαίωνα και ειδικότερα στη Γαλλία. Ο μύκητας αυτός προκαλεί στον άνθρωπο παραισθήσεις ανάλογες του LSD (αλλοίωση της αίσθησης του χώρου και του τόπου). Τα αίτια της επιδημίας αυτής, που ονομάστηκε το 1093 «φωτιά του Αγίου Αντωνίου» (αργότερα ergotismo), ανακαλύφθηκαν μόλις τον 17ο αιώνα, ενώ ακόμη και το 1777 στη Γαλλία καταμετρήθηκαν 8000 νεκροί. (Schultes-Hofmann, σελ.48)
12 Descartes, II, 365
13 Chatelet-Beyssade, σελ.97, αλλά και: « …δεν έχει σημασία αν αυτό το μέτρο [που πραγματεύεται η μαθηματική επιστήμη] πρέπει να αναζητηθεί σε αριθμούς ή σχήματα ή άστρα ή ήχους ή σε κάποιο άλλο αντικείμενο» (Descartes, ΙV, 5)
14 Ν. Αυγέλης, ο.π. σελ. 13
15 Κονδύλης σελ.219. Η θέση αυτή θεμελιώνεται και στο βιβλίο του Μεταφυσικοί Στοχασμοί.( Ν. Αυγέλης, ο.π. σελ. 13)
16 Descartes, VI, 383
17 Descartes, ΧΙΙ, 427
18 Βαλλιανός σελ.100
19 Από τους Boyle και Bernier δέχθηκε τους επηρεασμούς του εμπειρισμού του Gassendi, ενώ από τον Sydenham κληρονόμησε την «ριζοσπαστική φαινομενοκρατία» του. (Chatelet-Duchesneau σελ. 204)
20 Russell σελ.326
21 «Ένα χαρακτηριστικό του Locke, που διοχετεύθηκε από αυτόν σ’ ολόκληρο το Φιλελεύθερο κίνημα, είναι η έλλειψη δογματισμού» και «Ο Locke κατά κανόνα περιφρονεί τη μεταφυσική» (Russell σελ.322 και 326). Ο Duchesneau αντίθετα, διακρίνει δύο a priori «σιωπηρές» αποδοχές του Locke: «…ότι οι ιδέες είναι το αποτέλεσμα, μέσα στη συνείδηση, μοριακών διαδικασιών που σχετίζονται με τα όργανα των αισθήσεων και τον εγκέφαλο» και «…ότι οι ιδέες έχουν αντικειμενική σχέση με το πραγματικό» (Chatelet-Duchesneau σελ. 208)
22 Κονδύλης σελ.408. Το παράθεμα, από το Locke, Essay, IV, 2, 1
23 Κονδύλης ο.π.
24 Μολυβάς σελ.51
25 Husserl σελ.131
26 Από την εισαγωγή στο Δοκίμιο της ανθρώπινης νόησης του Locke.( Chatelet-Duchesneau σελ. 208)
27 Locke, Δοκίμιο της ανθρώπινης νόησης, ΒιβλίοΒ, κεφ I, τμ. 2 (Russell σελ.326)
28 Μολυβάς σελ.53
29 Αλλά ο Locke χειρίστηκε τις ιδέες και μέσω της «σημειωτικής» του. Αφού παρατήρησε ότι για τη γνώση είναι απαραίτητη η «…παρένθεση της γλώσσας ανάμεσα στι
Περισσότερα... »


